Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Σαν σήμερα... 26 Απριλίου

Σαν σήμερα

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 26ης Απριλίου


1825: Ο Ιμπραήμ με 11.000 πεζούς και 800 ιππείς κυριεύει τη Σφακτηρία, την οποία υπεράσπιζαν μόνο 1.500 Έλληνες. Πέφτουν μαχόμενοι ο Υπουργός Στρατιωτικών Αναγνώστης Παπαγεωργίου (Αναγνωσταράς) και ο φιλέλληνας Σανταρόζα, μαζί με άλλους 350 Έλληνες
1831: Δημοσιεύεται ο πρώτος νόμος περί τύπου στην Ελλάδα, που εγείρει θύελλα διαμαρτυριών κατά του κυβερνήτη, Ιωάννη Καποδίστρια.
1877: Ανακαλύπτεται στην Ολυμπία από Γερμανούς αρχαιολόγους ο Ερμής του Πραξιτέλη.
1902: Η Manchester United βαφτίζεται με το σημερινό της όνομα αντικαθιστώντας το «Νιούτον Χιθ», δανεισμένο από το όνομα ενός ανατολικού προαστίου του Manchester.
1929: Βρετανοί πιλότοι πραγματοποιούν, για πρώτη φορά, χωρίς ενδιάμεση στάση, το ταξίδι Λονδίνο-Ινδία, απόστασης 4.130 μιλίων.
1933: Στην Ελλάδα, καθιερώνεται η δικαστική τήβεννος για τους εφέτες και αρεοπαγίτες, κατά την ώρα της άσκησης του λειτουργήματός τους.
1937: Η γερμανική πολεμική αεροπορία βομβαρδίζει και καταστρέφει τη βασκική πόλη της Γκουέρνικα (Γκερνίκα) στην Ισπανία. Από αυτό το τραγικό γεγονός, ο Πάμπλο Πικάσο εμπνέεται τον πίνακά του «Γκουέρνικα».
1944: Ανασχηματίζεται η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο. Πρωθυπουργός ορκίζεται ο Γεώργιος Παπανδρέου, με αντιπρόεδρο τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο.
1964: Η νήσος Ζανζιβάρη και η ηπειρωτική Τανγκανίκα σχηματίζουν το κράτος της Τανζανίας, στη δυτική Αφρική.
1986: Πυρηνική καταστροφή στο Τσερνομπίλ της Ουκρανίας. Πρόκειται για το χειρότερο πυρηνικό ατύχημα στην ιστορία της ανθρωπότητας, μετά από έκρηξη σε έναν από τους αντιδραστήρες του πυρηνικού σταθμού. Τεράστιες ποσότητες ραδιενεργού υλικού σκορπίστηκαν στον αέρα, μέσω του οποίου μεταφέρθηκε στις γύρω περιοχές με ταχείς ρυθμούς. 31 άνθρωποι πέθαναν λίγο μετά την έκρηξη όμως από το 1986 έως σήμερα έχουν χάσει τη ζωή τους περισσότεροι από 25.000 στρατιώτες και πολίτες από την Ουκρανία, τη Ρωσία, τη Λευκορωσία και άλλες δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι οποίοι εστάλησαν στις εργασίες αποκατάστασης του σταθμού. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, περίπου 8,4 εκατομμύρια άνθρωποι στις τρεις αυτές χώρες έχουν εκτεθεί στη ραδιενέργεια, από την οποία έχει μολυνθεί έκταση 150.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων ενώ πολλές χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τις εστίες τους.
1996: Η ελληνική Βουλή ψηφίζει νόμο για την καθιέρωση της 24ης Απριλίου ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Αρμενίων από την Τουρκία.
1999: Ο αργεντινός πρώην ποδοσφαιριστής και προπονητής, Ντιέγκο Μαραντόνα, συλλαμβάνεται στο Μπουένος Άιρες για κατοχή ναρκωτικών.
2002: Ο μαθητής Ρόμπερτ Στάινχάουζερ μπαίνει οπλισμένος στο σχολείο του στο Έρφουρτ και σκοτώνει 16 άτομα πριν αυτοκτονήσει.

Γεννήσεις

121 - Μάρκος Αυρήλιος, Ρωμαίος αυτοκράτορας
1564 - Ουίλιαμ Σέξπιρ, άγγλος θεατρικός συγγραφέας
1573 - Μαρία των Μεδίκων, βασίλισσα της Γαλλίας
1798 - Ευγένιος Ντελακρουά, Γάλλος ζωγράφος
1711 - Ντέιβιντ Χιουμ, Σκωτσέζος φιλόσοφος και ιστορικός
1812 - Άλφρεντ Κρουπ Γερμανός βιομήχανος
1889 - Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, Αυστριακός φιλόσοφος
1894 - Ρούντολφ Ες, Γερμανός αξιωματούχος των Ναζί
1900 - Τσαρλς Ρίχτερ, Αμερικανός γεωφυσικός, εφευρέτης της ομώνυμης κλίμακας μέτρησης του σεισμικού μεγέθους
1918 - Φάνι Μπλάνκερς Κουν, Ολλανδέζα αθλήτρια στίβου
1925 - Σερ Τζον Κόμπτον, Πρωθυπουργός της Αγίας Λουκίας.
1932 - Μάικλ Σμιθ, Βρετανός χημικός και νομπελίστας
1946 - Βλαντιμίρ Ζιρινόφσκι, Ρώσος πολιτικός
1959 - Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Ελληνας τραγουδοποιός
1960 - Ρότζερ Τέϊλορ Αγγλος ντράμερ του συγκροτήματος «Ντουράν-Ντουράν»
1961 - Τζόαν Τσεν, Κινεζοαμερικανίδα ηθοποιός
1970 - Μελανία Τραμπ, Σλοβένια μοντέλο, σύζυγος του μεγιστάνα Ντόναλντ Τραμπ

Θάνατοι

1478 - Τζουλιάνο ντι Πιέρο των Μεδίκων, κυβερνήτης της Φλωρεντίας
1910 - Μπιέρνστερν Μπιέρνσον, Νορβηγός συγγραφέας & νομπελίστας
1920 - Σρινιβάσα Ραμανουγιάν, Ινδός μαθηματικός
1938 - Έντμουντ Χούσερλ, Αυστριακός φιλόσοφος
1940 - Καρλ Μπος, νομπελίστας Γερμανός χημικός και μηχανικός, ιδρυτής της IG Farben, της μεγαλύτερης γερμανικής χημικής βιομηχανίας (γεννήθηκε το 1874)
1984 - Κάουντ Μπέισι, Αμερικανός τζαζ μουσικός
1989 - Λουσίλ Μπολ, Αμερικανίδα κωμικός
2005 - Μαρία Σελλ, Ελβετοαυστριακή ηθοποιός, αδελφή του Μαξιμίλιαν Σελλ
2005 - Αουγκούστο Ρόα Μπάστος, παραγουανός συγγραφέας
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή του Αγίου Ιερομάρτυρος Βασιλέως του Επισκόπου Αμασείας

Αποτέλεσμα εικόνας για Εορτή του Αγίου Ιερομάρτυρος Βασιλέως του Επισκόπου Αμασείας
Τη μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Βασιλέως του Επισκόπου Αμασείας τιμά σήμερα, 26 Απριλίου, η Εκκλησία μας.
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Βασιλεύς έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου (307-323 μ.Χ.) και ήταν Επίσκοπος της Αμασείας του Πόντου. Ο Επίσκοπος Βασιλεύς διακρινόταν για τον ζήλο του υπέρ της πίστεως και την ακοίμητη δραστηριότητα στην επιτέλεση των καθηκόντων του.
Επειδή παντού υπήρχαν και πλάνες και κίνδυνοι, έσπευδε παντού και ο ίδιος κηρύττοντας, συμβουλεύοντας, παρηγορώντας, ενισχύοντας, στηρίζοντας, ελκύοντας, πυκνώνοντας και εγκαρδιώνοντας τις Χριστιανικές τάξεις και αναδεικνύοντας αυτές όσο το δυνατόν ισχυρότερες πνευματικά έναντι του ειδωλολατρικού κόσμου.
Γι' αυτόν τον λόγο οι ιερείς και οι άρχοντες των ειδωλολατρών, έτρεφαν εναντίον του σφοδρή έχθρα. Και όταν ο Λικίνιος, το έτος 322 μ.Χ., προέβη στα δυσμενή και διωκτικά μέτρα εναντίον των Χριστιανών, κατήγγειλαν προς αυτόν τον Επίσκοπο Αμασείας, Βασιλέα.
Ένα ιδιαίτερο περιστατικό κορύφωσε την οργή του Λικινίου εναντίον του Επισκόπου Βασιλέως. Κοντά στην αυτοκράτειρα Κωνσταντία διέμενε άλλοτε ως ακόλουθος μια νεαρή και ωραιότατη κόρη, που ονομαζόταν Γλαφύρα. Εξαιτίας της ομορφιάς της ο Λικίνιος ανεφλέγη από αμαρτωλό πάθος, ως δούλος σαρκικών παθών, καθώς ήταν. Η κόρη αντιλήφθηκε τον κίνδυνο που απειλούσε την τιμή της.
Ως γνήσια Χριστιανή όμως δεν δελεάσθηκε καθόλου από το βασιλικό έρωτα, αλλά έφριξε και ζήτησε την σωτηρία της στην φυγή. Ενδύθηκε λοιπόν με ανδρικά ρούχα και κάποια νύχτα, βοηθούμενη από την βασίλισσα που έμαθε όσα συμβαίνουν, άφησε την Κωνσταντινούπολη και έφθασε στην Αμάσεια, όπου παρουσιάσθηκε στον Επίσκοπο Βασιλέα και ζήτησε την ηθική του προστασία.
Ο Επίσκοπος επαίνεσε την γνήσια ευσέβεια και την αδούλωτη σύνεση της νέας, την τοποθέτησε δε κοντά σε ηλικιωμένη Χριστιανή γυναίκα που ήταν εντελώς αφοσιωμένη στην υπηρεσία του Χριστού και βοηθούσε σημαντικότατα τον Επίσκοπο στο έργο των γυναικών της Εκκλησίας.
Η Γλαφύρα εξέφρασε την βαθιά ευγνωμοσύνη της και χάρηκε ιδιαίτερα που της δόθηκε η ευκαιρία να ασχοληθεί και αυτή με θεάρεστες ασχολίες. Βοηθούσε λοιπόν στην κατήχηση γυναικών και νεαρών κοριτσιών, που ήθελαν να ασπασθούν την χριστιανική πίστη και να γίνουν μέλη της Εκκλησίας, ευεργετούσε φτωχά και ορφανά παιδιά και επιπλέον κατέβαλε όλη τη δαπάνη που προϋπολογίσθηκε για την οικοδομή Χριστιανικού ναού στην Αμάσεια.
Μάταια ο Λικίνιος την είχε αναζητήσει σε όλη την πρωτεύουσα και στα περίχωρα. Όμως οι εχθροί του Επισκόπου Βασιλέως, πληροφόρησαν τον Λικίνιο ότι η κόρη εκείνη είχε καταφύγει κοντά στον Ιεράρχη της Αμάσειας και ότι την προστάτευσε και κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί τα πλούτη της υπέρ των σκοπών της Εκκλησίας. Η είδηση άναψε πυρκαγιά στη σαρκοβόρα και μοχθηρή ψυχή του Λικινίου.
Υπέθετε ότι η Γλαφύρα ζούσε ακόμη και ότι θα την έφερνε κάτω από την εξουσία του. Αλλά η σεμνή κόρη, είχε ήδη πεθάνει και ο τάφος ματαίωσε για πάντα τους χυδαίους πόθους του. Τότε η μανία του έγινε σφοδρότερη κατά του Επισκόπου Βασιλέως. Διέταξε, λοιπόν, να τον φέρουν σιδηροδέσμιο στη Νικομήδεια. Η διαταγή εκτελέσθηκε και ο Άγιος κλείσθηκε στη φυλακή.
Τον Άγιο ακολούθησαν δύο από τους διακόνους της Εκκλησίας της Αμάσειας, ο Θεότιμος και ο Παρθένιος, τους οποίους φιλοξένησε ένας ευσεβής και φιλάνθρωπος Χριστιανός, ονόματι Ελπιδοφόρος. Οι παρεχόμενες αγαθοεργίες του Ελπιδοφόρου προς όλους είχαν καταστήσει φίλους του ακόμα και τους φρουρούς των φυλακών.
Μπορούσαν λοιπόν οι δύο διάκονοι να εισέρχονται ορισμένη ώρα στη φυλακή, όπου απολάμβαναν την ευχαρίστηση να συνδιαλέγονται με τον Επίσκοπό τους, να ακούνε από το στόμα του τον λόγο της αλήθειας και να δέχονται ηθική ενίσχυση και παρηγοριά.
Λίγες ημέρες μετά, ο Λικίνιος διέταξε να φέρουν τον φυλακισμένο Επίσκοπο ενώπιον του. Τον έλεγξε με δριμύτητα ως ένοχο για την απόκρυψη της Γλαφύρας και για τον ζήλο με τον οποίο υπεράσπιζε την χριστιανική του πίστη περιφρονώντας τα βασιλικά διατάγματα.
Ο Επίσκοπος για την Γλαφύρα, απάντησε ότι δεν μπορούσε να μην παράσχει άσυλο και προστασία στη χριστιανική κόρη, η οποία ήταν εξόριστη και ήθελε η ίδια να περισώσει και να διαφυλάξει την τιμή της, και ότι αυτή η ίδια από ευσεβή διάθεση χρησιμοποίησε την περιουσία της υπέρ των φτωχών και για την ανέγερση ναού,πράγματα για τα οποία ένας Επίσκοπος οφείλει να προτρέπει τους πιστούς και όχι αν τους εμποδίζει.
Και για την περιφρόνηση των βασιλικών διαταγών, οι οποίες απέβλεπαν στην εξόντωση της χριστιανικής πίστεως, ο Άγιος αποκρίθηκε ότι ο ίδιος ο βασιλέας Λικίνιος άλλοτε είχε αναγνωρίσει μαζί με τον Κωνσταντίνο το καθήκον του να επιτρέψουν στους Χριστιανούς την πλήρη ελευθερία της λατρείας τους και του δόγματός τους και ότι αυτός (ο Επίσκοπος) εξακολουθεί να θεωρεί ορθό και έγκυρο το παλαιότερο εκείνο βασιλικό διάταγμα, διότι ήταν αξιότερο σε όλα.
Εν τέλει δε, παρακάλεσε τον Λικίνιο, στο όνομα της ίδιας της δικής του σωτηρίας και του μέλλοντος του κράτους του, να ανακαλέσει τα νέα μέτρα και να αναγνωρίσει στους Χριστιανούς την ελευθερία της θρησκευτικής τους συνειδήσεως.
Ο βασιλέας Λικίνιος απέπεμψε τον Επίσκοπο, κρατώντας επιφυλακτική στάση και ανέθεσε σε έναν από τους άρχοντές του να τον δει κατ' ιδίαν και να προσπαθήσει να τον αποσπάσει από την πίστη του. Η συγκεκριμένη αποστολή απέτυχε και διατάχθηκε έτσι η καταδίκη του Επισκόπου. Αυτός άκουσε ατάραχος την απόφαση και προσευχήθηκε προς τον Θεό να δεχθεί με έλεος την ψυχή του.
Προσευχήθηκε, επίσης, υπέρ της ασφάλειας του ποιμνίου του και για τη νίκη της Εκκλησίας. Ύστερα ασπάσθηκε και ευλόγησε τους δύο διακόνους και τον Ελπιδοφόρο, τους παρηγόρησε στην θλίψη τους και τους επιτίμησε γιατί έκλαιγαν, λέγοντας τον έξοχο εκείνο λόγο ότι σε τέτοιου είδους κινδύνους οι Χριστιανοί οφείλουν να φυλάνε τα δάκρυά τους και να χύσουν με προθυμία το αίμα τους.
Έπειτα με προθυμία έκλινε την τίμια κεφαλή του στον δήμιο, ο οποίος την απέκοψε. Έτσι ο Άγιος έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου.
Μετά από αυτό η τίμια κεφαλή και το λείψανο του Αγίου Βασιλέως ρίχθηκαν στη θάλασσα με βασιλική διαταγή. Αλλά ένα αλιευτικό πλοίο, που έριχνε τα δίχτυα του στον κόλπο της Σινώπης, ανέσυρε από εκεί το λείψανο του Αγίου.
Ο δε Ελπιδοφόρος, καθώς πληροφορήθηκε το γεγονός σε όνειρο, ήλθε με τους διακόνους Θεότιμο και Παρθένιο και αφού παρέλαβαν το Άγιο λείψανο, το έφεραν στην Αμάσεια, στην ιερή αυτή ακρόπολη των Αγίων του κόπων και αγώνων και το ενταφίασαν στο προσφιλές του έδαφος.
Η Σύναξη του Αγίου Βασιλέως ετελείτο στην Μεγάλη Εκκλησία, στην οποία ίσως φυλασσόταν μέρος του ιερού σκηνώματός του.
Απολυτίκιο:
Ήχος α'. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.Ως Λειτουργός του Βασιλέως της δόξης, τω παρανόμω βασιλεί αντετάξω, Ιερομάρτυς ένδοξε παμμάκαρ Βασιλεύ, όθεν τον αυχένα σου, εκτμηθείς διά ξίφους, χαίρων προσεχώρησας, προς ουράνιον λήξιν, ης και ημάς δυσώπει μετασχείν, τους ευφημούντας την ένθεον μνήμην σου.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Champions League...«Φουλάρει» για τελικό η Ρεάλ Μαδρίτης, διπλό (1-2) επί της Μπάγερν Μονάχου [βίντεο] .

Φωτογραφία: Εurokinissi

Για τον 4ο τελικό της την τελευταία 5ετία ετοιμάζεται η Ρεάλ Μαδρίτης!
Και αυτό διότι απόψε η Ρεάλ Μαδρίτης πέτυχε ένα σπουδαίο διπλό με 1-2 μέσα στο Μόναχο επί της Μπάγερν Μονάχου.
Οι Βαυαροί ξεκίνησαν καλύτερα το ματς αλλά έκαναν δύο αναγκαστικές αλλαγές (Ρόμπεν, Μπόατενγκ), αλλά στο 28' βρήκε το γκολ σε μια φοβερή αντεπίθεση με σκόρερ τον Κίμιχ. Η Ρεάλ μετά το 1-0 ανέβηκε και τελικά στο τελευταίο λεπτό του ημιχρόνου με σουτ του Μαρσέλο ισοφάρισε. Στο δεύτερο ημίχρονο ο Ασένσιο στο 57' έδωσε το προβάδισμα στην Πρωταθλήτρια Ευρώπης και παρά την πίεση της Μπάγερν δεν το έχασε μέχρι το τέλος. 







Πηγή:  iefimerida.gr 
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Ένα μεσαιωνικό χωριό για… απαιτητικούς επισκέπτες!


perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
Το La Roque-Gageac είναι αναμφισβήτητα ένα από τα πιο όμορφα μέρη της νοτιο-δυτικής Γαλλίας αλλά και ένα από τα τελειότερα μεσαιωνικά χωριά… εν ζωή! Δεσπόζει ανάμεσα στα βράχια από ασβεστόλιθο, στη βόρεια πλευρά του ποταμού Dordogne, ενώ τα πέτρινα παραδοσιακά σπίτια συνθέτουν ένα σκηνικό βγαλμένο από κινηματογραφική ταινία.
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
Εμπλουτισμένο με καταπράσινες… πινελιές και πολύχρωμες λεπτομέρειες, έτσι όπως «πνίγεται» στο έλατο και στα λουλούδια, το La Roque-Gageac κάνει περήφανους με την ομορφιά του όχι μόνο τους κατοίκους του, που απολαμβάνουν έτσι ή αλλιώς την ονειρεμένη διαμονή τους εκεί αλλά και τους χιλιάδες… απαιτητικούς επισκέπτες που δεν το… χορταίνουν!
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
Γνωστό σε ολόκληρη τη Γαλλία -αλλά και έξω από τα όρια της χώρας- ως ένας από τους ωραιότερους προορισμούς όλες τις εποχές του χρόνου, ξεχωρίζει για τον ευδιάκριτο μεσαιωνικό του χαρακτήρα που κάνει την εμφάνισή του σε κάθε γωνιά.
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
Από τα παραδοσιακά πέτρινα σπίτια σε μελί χρώμα μέχρι τα διακριτικά δρομάκια και τα ρομαντικά γεφύρια στο ποτάμι, κάθε σημείο του χωριού έχει να διηγηθεί και μια ξεχωριστή ιστορία, ενώ απίθανοι θρύλοι συμπληρώνουν την ύπαρξή του μέχρι σήμερα.
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
Το φρούριο στην κορυφή του βράχου, για παράδειγμα, συνδέεται άρρηκτα με τη δημιουργία του χωριού, καθώς στο εσωτερικό του παίχτηκαν πολλά πολιτικά, ιστορικά ακόμη και ερωτικά δράματα κατά το Μεσαίωνα.
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
Άλλωστε το ατμοσφαιρικό τοπίο, οι ανεπανάληπτες φυσικές ομορφιές αλλά μια «μυστηριώδης» έλξη που γίνεται παντού αντιληπτή τραβάνε σαν μαγνήτης τους επισκέπτες, μετατρέποντας το La Roque-Gageac σε έναν από τους ιδανικότερους προορισμούς!
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!
perierga.gr - Ένα μεσαιωνικό χωριό για... απαιτητικούς επισκέπτες!

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Ο Νίκος Σκουφάς Live...το Σάββατο στο cafe bar "TI" στην Νεάπολη.


Τελευταιο Σαββατο του Μηνα.... Τελευταιο #LIVE του Μηνα και ο Νικος Σκουφας (τραγουδι) μαζι με τον Γιωργος Στεφανη (πληκτρα) ερχονται απευθειας απο την Λαρισα αναλαμβανουν την ΔΙασκεδαση μας και ετομαζονται να κανουν ενα Μοναδικο ΧΑΜΟ....!!!!!!

_____INFO____ 
⭐️Mix & Match LIVE
⭐️ΕΙΣΟΔΟΣ: 2 ευρω
⭐️STARTS: 22:00
⭐️LOCATION (ΠΕΖΟΔΡΟΜΟΣ) ΝΕΑΠΟΛΗ ΚΟΖΑΝΗ

ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΟΛΟΥΣ....!!!!!

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΜΠΑΓΕΡΝ ΜΟΝΑΧΟΥ - ΡΕΑΛ ΜΑΔΡΙΤΗΣ...LIVESTREAMING



Παρακολουθήστε σε ζωντανή μετάδοση τον αγώνα ΜΠΑΓΕΡΝ ΜΟΝΑΧΟΥ - ΡΕΑΛ ΜΑΔΡΙΤΗΣ  στις 21.45 μέσω livestreaming όπως αναφέρουν οι κάτωθι ιστοσελίδες:

Κάντε αντιγραφή και επικόλληση το Link στον περιηγητή σας και δείτε το παιχνίδι (πιθανόν να υπάρχουν περιορισμοί ανάλογα από τη χώρα από την οποία είναι η ip κάθε αναγνώστη)

http://www.yopika.info/20180425/v-haha_sport_1_name-1960247-5ae0201e4b3ee6.04013046.html
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Champions League...Τιτανομαχία Μπάγερν-Ρεάλ στο Μόναχο, με φόντο την πρόκριση στον τελικό.


Μετά την πανδαισία ποδοσφαίρου που πρόσφεραν χθες Λίβερπουλ και Ρόμα (5-2), σειρά παίρνουν σήμερα Μπάγερν και Ρεάλ Μαδρίτης.
Οι δύο ομάδες κοντράρονται στον δεύτερο ημιτελικό του Champions League (21:45, ΕΡΤ1), με στόχο να κάνουν το πρώτο βήμα για την πρόκρισή τους στον τελικό.
Μπάγερν και Ρεάλ έχουν τεθεί αντιμέτωπες 24 φορές στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση, με την παράδοση να είναι μοιρασμένη, καθώς και οι δύο ομάδες μετρούν από 11 νίκες συνολικά, με μόλις 2 αγώνες να έχουν λήξει ισόπαλοι.
Στα αγωνιστικά, ο τεχνικός των Βαυαρών Γιουπ Χάινκες δεν ξέρει εάν θα έχει στη διάθεσή του τον Αλάμπα, ο οποίος δεν πήρε μέρος στην προπόνηση της Τρίτης. Σε περίπτωση που κάτι τέτοιο συμβεί, τότε τη θέση του στο αρχικό σχήμα θα πάρει ο Ραφίνια.
Όσον αφορά τη Ρεάλ Μαδρίτης, ο Ζινεντίν Ζιντάν, πλην του Νάτσο που είναι η μοναδική του απουσία, δεν αντιμετωπίζει άλλα αγωνιστικά προβλήματα, καθώς ο Σέρχιο Ράμος που δεν αγωνίστηκε στον επαναληπτικό με τη Γιουβέντους λόγω τιμωρίας την εξέτισε και τέθηκε στη διάθεσή του.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

30χρονος γρεβενιώτης ο οδηγός του ΙΧ. που τραυματίστηκε θανάσιμα σε τροχαίο στην στην Εγνατία Οδό



Τροχαίο δυστύχημα συνέβη σήμερα στις 11:30 το πρωί στην Εγνατία Οδό και στο ρεύμα κατεύθυνσης προς Θεσσαλονίκη, λίγο πριν τον σταθμό των ΣΕΑ Πλατάνου.
ΙΧ αυτοκίνητο μάρκας FIAT PUNTO με οδηγό νεαρό άνδρα,  ξέφυγε από την πορεία του προσκρούοντας στις δεξιές πλαϊνές μπάρες και κατέπεσε στο πρανές της οδού. Η σφοδρή πρόσκρουση επέφερε τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού.
Επί τόπου έσπευσαν δυνάμεις της Τροχαίας Βέροιας, ένα πυροσβεστικό όχημα της ΠΥ Αλεξάνδρειας και ένα ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ της Βέροιας. Τα αίτια του δυστυχήματος διερευνά το τμήμα Τροχαίας Βέροιας.
Ρεπορτάζ: Βασίλης Σιμόπουλος verianet.gr  – Με πληροφορίες κι από greveniotis.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

"ΤΟ ΒΟΪΟ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ"...Στο 29ο Money show επιχειρήσεις από το Δήμο Βοΐου, με πρωτοβουλία της Βοϊακής Εστίας..Σάββατο 28 Απριλίου.

Στο 29ο Money show συμμετέχουν επιχειρήσεις από το Δήμο Βοΐου, με πρωτοβουλία της Βοϊακής Εστίας.

Δείτε το πρόγραμμα …

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Από 2 έως και 18 Μαΐου οι εγγραφές στα δημοτικά σχολεία και στα νηπιαγωγεία για το σχολικό έτος 2018-19.


Από 2 έως και 18 Μαΐου 2018 θα πραγματοποιηθούν οι εγγραφές στα δημοτικά σχολεία και στα νηπιαγωγεία για το σχολικό έτος 2018-19.

Επισημαίνεται ότι για το ερχόμενο έτος, στην Α’ τάξη του δημοτικού θα φοιτήσουν οι μαθητές που γεννήθηκαν από 1-1-2012 έως 31-12-2012.

Στα νηπιαγωγεία, θα εγγραφούν όσα παιδιά συμπληρώνουν τα 4 έτη, την 31η Δεκεμβρίου του έτους εγγραφής.

Δηλαδή, όπως σημειώνει και το υπουργείο Παιδείας, για το σχολικό έτος 2018-19 τα νηπιαγωγεία υποχρεούνται να δεχτούν όλες τις αιτήσεις νηπίων και προνηπίων που έχουν γεννηθεί το 2013 και 2014.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Οριστικό...Πωλούνται οι λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ...151 “Ναι” στο νομοσχέδιο-Υπέρ και οι 7 βουλευτές της Δυτικής Μακεδονίας.


Ψηφίστηκε κατά πλειοψηφία, με 151 “Ναι” και 124 “Όχι”, από την ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων, η πώληση των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ.
Συνολικά ψήφισα 275 βουλευτές και “Ναι” ψήφισαν και οι επτά βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στη Δυτική Μακεδονία.
kozanimedia.gr


Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Υπογραφή σύμβασης μελέτης ανάπλασης χώρου αναψυχής Τσοτυλίου...


Υπεγράφη την Τετάρτη 25 Απριλίου 2018 η σύμβαση για τη σύνταξη της μελέτης με τίτλο «ΜΕΛΕΤΗ ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ ΧΩΡΟΥ ΑΝΑΨΥΧΗΣ ΤΣΟΤΥΛΙΟΥ» που αφορά στον εξωραϊσμό του χώρου παραπλεύρως του παλαιού οικοτροφείου Τσοτυλίου, μεταξύ του Δημάρχου Βοΐου Δημητρίου Λαμπρόπουλου και του αναδόχου του έργου Ένωση μελετητών: ΔΙΚΤΥΟ Α.Ε. – ΧΩΡΟΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.
Με την ανάπλαση του χώρου, θα αναβαθμισθεί το κέντρο του οικισμού, θα δημιουργηθεί ένας χώρος συνάθροισης και επικοινωνίας των κατοίκων του Τσοτυλίου και επιπλέον θα δημιουργηθεί μία νέα και όμορφη πρόσβαση από τον κεντρικό δρόμο του οικισμού προς το χώρο του ιστορικού οικοτροφείου Τσοτυλίου.
Ο προϋπολογισμός του έργου ανέρχεται στις 12.609,45€ και η χρηματοδότηση θα γίνει από το Ειδικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Δυτικής Μακεδονίας 2012-2016 – Ίδιοι Πόροι.
kozan.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Νεκρό αρκουδάκι εντοπίστηκε στη θέση «Κλειδί» Αμυνταίου



Το πρωί της 25ης Απριλίου 2018, εντοπίστηκε από την Αστυνομική Διεύθυνση Φλώρινας ένα νεκρό αρκουδάκι στη νέα Επαρχιακή Οδό Αμυνταίου- Φλώρινας, στο ύψος της τοποθεσίας «Κλειδί» Αμυνταίου. Αμέσως ενημερώθηκε η Δ/νση Δασών Φλώρινας, η οποία με την σειρά της ενημέρωσε την Ομάδα Άμεσης Επέμβασης της Π.Ε. Φλώρινας, μέλη της οποίας μετέβησαν στο σημείο όπου βρέθηκε το νεκρό ζώο. Η άτυχη αρκούδα, ένα θηλυκό δυόμισι ετών βρέθηκε νεκρή στην άκρη του οδοστρώματος, πιθανών από τροχαίο ατύχημα.
Μετά από υποδείξεις της Διεύθυνσης Δασών Φλώρινας και τη βοήθεια του Δήμου Αμυνταίου, έγιναν οι απαραίτητες ενέργειες για την ταφή του άτυχου ζώου. Επισημαίνουμε ότι, η Ομάδα Άμεσης Επέμβασης της Π.Ε. Φλώρινας έχει συγκροτηθεί από τις 04-09-2014 κατ’ εφαρμογή της 104180/433/2014 ΚΥΑ, και είναι αρμόδια για την διαχείριση περιστατικών προσέγγισης αρκούδας και άλλων ειδών άγριας πανίδας σε κατοικημένες περιοχές.
Φωτό αρχείου
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Αρκάς...


Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Αθανάσιος Διάκος: «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω»

B55DDEE2-14D2-46A4-9B73-DB442B44F6B4
Ο Αθανάσιος Διάκος (4 Ιανουαρίου 1788 – 24 Απριλίου 1821) ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές ήρωες-οπλαρχηγούς του πρώτου έτους της Επανάστασης του 1821 που έδρασε στη Στερεά Ελλάδα.
Σύμφωνα με μια εκδοχή, το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Γραμματικός ή κατά άλλους ήταν Αθανάσιος Μασσαβέτας. Γεννήθηκε είτε στην Άνω Μουσουνίτσα (σήμερα Αθανάσιος Διάκος) είτε στην Αρτοτίνα.
Υπάρχει μακροχρόνια διαφωνία ανάμεσα στα δύο χωριά σχετικά με το ποια είναι η γενέτειρά του. Ήταν εγγονός ενός ντόπιου κλέφτη, αλλά το πραγματικό οικογενειακό του όνομα δεν είναι με ασφάλεια γνωστό. Είναι γνωστό ότι ο πατέρας του ονομαζόταν Νικόλαος Γραμματικός και ήταν γιος του κλέφτη Αθανασίου Γραμματικού.
Είχε έφεση στη θρησκεία και σε ηλικία 12 ετών στάλθηκε από τη μητέρα του στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στην Αρτοτίνα Φωκίδας για την εκπαίδευσή του. Έγινε μοναχός σε ηλικία δεκαεπτά ετών και, λόγω της αφοσίωσής του στη χριστιανική πίστη και της ιδιοσυγκρασίας του, έγινε πολύ γρήγορα διάκος.
Η λαϊκή παράδοση αναφέρει πως όταν ο Αθανάσιος Διάκος ήταν μοναχός, ένας Τούρκος πασάς πήγε στο μοναστήρι του Προδρόμου στην Αρτοτίνα με τα στρατεύματά του και εντυπωσιάστηκε απ’ την εμφάνιση του νεαρού μοναχού. Ο Διάκος προσβλήθηκε απ’ τα λεγόμενα του Τούρκου (και την μετέπειτα πρόταση) και μετά από καβγά τον σκότωσε. Έτσι αναγκάστηκε να φύγει στα κοντινά βουνά και να γίνει κλέφτης.
(Η επάργυρη πιστόλα του Αθανασίου Διάκου εκτίθεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στη παλαιά Βουλή. Διασώθηκε μετά την μάχη της Αλαμάνας από το πρωτοπαλίκαρό του. Φέρει ιδιόχειρη εγχάρακτη υπογραφή «θανάσις διάκος»)
Κλέφτης και Αρματολός
Αρχικά κλέφτης υπό την εξουσία διαφόρων καπετάνιων της Ρούμελης, διακρίνεται σε διάφορες συγκρούσεις με τους Τούρκους. Ο Καπετάνιος Τσαμ Καλόγερος, ξακουστός κλέφτης της Δωρίδας, σε μια συμπλοκή με τους Τούρκους, πληγώθηκε βαριά στο πόδι και θα έπεφτε στα χέρια τους αν ο Διάκος δεν έμενε να τον υπερασπιστεί. Με το σπαθί στο χέρι, τον σήκωσε και τον μετέφερε ως την Γραμμένη Οξιά, μια ψηλή ράχη, δύο ώρες από την Αρτοτίνα. Εκεί έφτασαν και οι άλλοι Κλέφτες και μπροστά τους είπε ο Τσαμ Καλόγερος: «Αν πεθάνω, αυτός πρέπει να γίνει καπετάνιος σας».
Αργότερα οι Κλέφτες χωρίστηκαν σε μπουλούκια (μικρές ομάδες), κατατρεγμένοι από το κυνήγι των Τούρκων. Ένα μπουλούκι έγινε από τον Διάκο, τον Γούλα και τον Σκαλτσοδήμο. Εκείνο τον καιρό, έμαθε ο Διάκος ότι πέθαναν ο πατέρας του κι ένας από τους αδερφούς του, ο Απόστολος. Ο Διάκος είχε δύο αδερφούς, τον Απόστολο και τον Κωνσταντίνο, που τον έλεγαν και Μασσαβέτα και δύο αδερφές, την Καλομοίρα και την Σοφία.
Ο πατέρας του με τον Απόστολο και τον Κωνσταντίνο, είχαν προτιμήσει την τσοπάνικη ζωή και τότε ήταν με τα κοπάδια τους στα χειμαδιά. Ένα Τούρκικο απόσπασμα που έφτασε στην καλύβα τους, συνέλαβε πατέρα και γιο επειδή βοήθησαν και πρόσφεραν φαγητό σε κλέφτες και τους πήγαν δεμένους στον Πατρατσίκι (Υπάτη). Ο Κωνσταντίνος δεν βρισκόταν εκεί και έτσι γλύτωσε. Οι άλλοι δύο όμως βρήκαν τον θάνατο στη φυλακή την ίδια νύχτα.Μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός ο Διάκος, ορκίστηκε να εκδικηθεί. Τουρκικό απόσπασμα δεν προλάβαινε να ξεμυτίσει και το αποδεκάτιζε με τα παλικάρια του.
Εκείνη την περίοδο ο Αλή πασάς, στα Γιάννενα, έκανε σχέδια εναντίον του Σουλτάνου και κάλεσε στην έδρα του όλους τους καπετάνιους, Αρβανίτες και Χριστιανούς. Ανάμεσα τους και τον Σκαλτσοδήμο (σαν αντιπρόσωπο των αρματολών του Λιδωρικίου). Εκείνος όμως έστειλε τον Διάκο στη θέση του. Ο Αθανάσιος Διάκος υπήρξε αρματολός για δύο χρόνια (1814-1816) στο στρατό του Αλή πασά τον ίδιο καιρό με τον Οδυσσεα Ανδρούτσο.
Όταν ο Ανδρούτσος έγινε καπετάνιος μιας μονάδας αρματολών στη Λιβαδειά, ο Διάκος ήταν για ένα χρόνο πρωτοπαλίκαρο του. Στα χρόνια που ακολουθούν και που καταλήγουν στην Επανάσταση του 1821, ο Διάκος είχε φτιάξει τη δική του ομάδα κλεφτών και όπως πολλοί άλλοι καπετάνιοι κλεφτών και αρματολών γίνεται μέλος της Φιλικής Εταιρίας.
(Ο Α. Διάκος, πίνακας του Εσς, στη Στοά του Μονάχου)
Επανάσταση
Σύντομα μετά από το ξέσπασμα των εχθροπραξιών, ο Διάκος κι ένας ντόπιος καπετάνιος και φίλος, ο Βασίλης Μπούσγος, οδήγησαν ένα απόσπασμα μαχητών στη Λιβαδειά με σκοπό την κατάληψη της. Στις 1 Απριλίου του 1821, μετά από τρεις ημέρες άγριας μάχης από σπίτι σε σπίτι, το κάψιμο του σπιτιού του Μερ Αγά (συμπεριλαμβανομένου του χαρεμιού) και την κατάληψη του κάστρου, η πόλη έπεσε στους Έλληνες. Η Λιβαδειά, ελεύθερη πλέον, σήκωσε την ελληνική σημαία στις 4 Απριλίου στο κάστρο και την θέση Ώρα.
Ο Χουρσίτ πασάς, εντεταλμένος από τον Σουλτάνο, έστειλε δύο από τους ικανότερους διοικητές του απ’ τη Θεσσαλία, τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ-Μεχμέτ πασά, επικεφαλής 8.000 πεζών και 900 ιππέων Τούρκων με διαταγή να καταστείλουν την επανάσταση στη Ρούμελη και μετά να προχωρήσουν στην Πελοπόννησο και να σταματήσουν την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ο Χουρσίτ στηριζόταν στις ικανότητες του Ομέρ Βρυώνη. Ο Βρυώνης, αλβανικής καταγωγής και πασάς του Βερατίου, ήταν ικανότατος στρατηγός και γνώριζε πολύ καλά τα εδάφη και τους Έλληνες οπλαρχηγούς, τους περισσότερους εκ των οποίων είχε γνωρίσει στην αυλή του Αλή πασά. Μαζί τους ήταν και οι Αρβανίτες αρχηγοί Τελεχά-μπέης, Χασάν Τομαρίτσας, και Μεχμέτ Τσαπάρας.
Ο Διάκος και το απόσπασμά του, που ενισχύθηκαν από τους μαχητές Πανουργιά και Δυοβουνιώτη, αποφάσισαν να αποκόψουν την τούρκικη προέλαση στη Ρούμελη με την λήψη αμυντικών θέσεων κοντά στις Θερμοπύλες. Η ελληνική δύναμη των 1.500 ανδρών χωρίστηκε σε τρία τμήματα: ο Δυοβουνιώτης θα υπερασπιζόταν τη γέφυρα του Γοργοποτάμου, ο Πανουργιάς τα ύψη της Χαλκωμάτας και ο Διάκος τη γέφυρα της Αλαμάνας.
Στρατοπεδεύοντας στο Λιανοκλάδι, κοντά στη Λαμία, οι Τούρκοι διαίρεσαν γρήγορα τη δύναμή τους. Η κύρια τούρκικη δύναμη επιτέθηκε στο Διάκο. Η άλλη επιτέθηκε στο Δυοβουνιώτη, του οποίου το απόσπασμα γρήγορα οδηγήθηκε σε οπισθοχώρηση, και η υπόλοιπη στον Πανουργιά, οι άντρες του οποίου υποχώρησαν όταν πληγώθηκε σοβαρά, ενώ βρήκαν ηρωικό θάνατο, μεταξύ των άλλων ανδρών, και ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας με τον αδερφό του Παπαγιάννη. Έχοντας η πλειοψηφία των Ελλήνων υποχωρήσει, οι Τούρκοι συγκέντρωσαν την επιθετική τους ισχύ ενάντια στη θέση του Διάκου στη γέφυρα της Αλαμάνας. Βλέποντας ότι ήταν θέμα χρόνου προτού κατακλυστούν απ’ τον εχθρό, ο Μπούσγος, που πολεμούσε παράλληλα με τον Διάκο, του πρότεινε να υποχωρήσουν. Ο Διάκος επέλεξε να μείνει και να παλέψει μαζί με 48 συμπολεμιστές του σε μία απελπισμένη μάχη σώμα με σώμα, λίγες ώρες πριν συντριβούν. «Εγώ θα μείνω» ήταν η απάντηση.
Γέφυρα της Αλαμάνας και θάνατος του Αθανασίου Διάκου
Ο μαρτυρικός του θάνατος
Ο σοβαρά πληγωμένος στον δεξί ώμο ο Διάκος συνελήφθη από πέντε Τσάμηδες. Οι συναγωνιστές του Καλύβας και Μπακογιάννης που όρμησαν ξιφήρεις να το σώσουν σκοτώθηκαν κοντά στον αρχηγό τους. Ο Διάκος μεταφέρθηκε από τους Τούρκους στην Λαμία μπροστά στον Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος τον γνώριζε από την κοινή θητεία τους παλιότερα στην αυλή του Αλή πασά, τον εκτιμούσε πολύ και προσφέρθηκε να τον κάνει ανώτερο αξιωματικό στον οθωμανικό στρατό, αν αλλαξοπιστούσε και ασπαζόταν το Ισλάμ. Ο Διάκος αρνήθηκε απαντώντας “Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω! “. Ο Ομέρ πασάς έδειξε συμπάθεια προς τον Διάκο, αλλά κάποιος Χαλήλ μπέης από την πόλη ικέτευσε για την άμεση και παραδειγματική θανάτωσή του, επηρεάζοντας και τον Κιοσέ-Μεχμέτ, που ιεραρχικά ήταν ανώτερος του Ομέρ Βρυώνη.
Έτσι την επόμενη μέρα ο Αθανάσιος Διάκος βρήκε φρικτό μαρτυρικό θάνατο. Οι Τούρκοι τον παλούκωσαν ζωντανό. Ένας Τούρκος παραγγέλθηκε για να του περάσει το σουβλί μέσα από το σώμα του. Χωρίς να πειράξει τα ζωτικά εσωτερικά όργανα, και μόνον τρυπώντας του το έντερο και το διάφραγμα, ο Τούρκος του πέρασε το σουβλί ανάμεσα από τα σπλάχνα και το πνευμόνι, μέχρι που του το έβαλε επάνω από τον ώμο. Ο Διάκος στήθηκε όρθιος στραμμένος προς τη Δύση για να τον καίει ο ήλιος. Γύρω του οι Τούρκοι έστησαν σε πασσάλους τα ακρωτηριασμένα κεφάλια των παλικαριών του, να τον κοιτάνε. Ο Διάκος άντεξε για πολύ το φρικτό βασανιστήριό του και αντιμετώπισε το μαρτυρικό του θάνατο με θάρρος. Μόνο ένα παράπονο βγήκε απ’ τα χείλη του, προβλέποντας την ανάσταση του Ελληνισμού: «Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα που ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γης χορτάρι». Κατά τον Φιλήμονα ο Διάκος στράφηκε προς τους Αλβανούς και είπε «Δεν βρίσκεται από σας κανένα παλικάρι να με σκοτώσει με πιστόλα και να με γλυτώσει από τους Χαλδούπιδες!».
Ο βάναυσος τρόπος θανάτου του Διάκου στα χέρια των Τούρκων τρομοκράτησε αρχικά το λαό της Ρούμελης, αλλά η γενναία στάση του κοντά στις Θερμοπύλες τον έκανε μάρτυρα για τον απελευθερωτικό σκοπό και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τους επόμενους, που κλήθηκαν να πολεμήσουν για την ελευθερία του έθνους.
Η φοβερή αυτή θανατική ποινή εκτελέστηκε στο Ζητούνι (Λαμία) στις 24 Απριλίου, την επομένη της μάχης στην Αλαμάνα. Μετά τον θάνατό του, οι Τούρκοι πέταξαν το λείψανό του σε κοντινό χαντάκι. Οι Χριστιανοί, όμως, βγήκαν κρυφά τη νύχτα και έθαψαν το σώμα του, στον χώρο που αρχίζει σήμερα η οδός Ησαΐα. Ο χώρος της ταφής του είχε λησμονηθεί και ανακαλύφθηκε από τον αντισυνταγματάρχη Ρούβαλη, το 1881. Το 1886 έγινε το πρώτο μνημόσυνό του και τοποθετήθηκε η σημερινή προτομή. Η επιτροπή εκδουλεύσεων, προηγουμένως, τον αναγνώρισε ως ανώτατο αξιωματικό πρώτης τάξης και επιδίκασε μηνιαία σύνταξη στην αδερφή του ως τον θάνατό της, το 1873.
(Η Μάχη της Αλαμάνας. Λιθογραφία. Αλέξανδρος Ησαΐας)
Η ζωή του και η μαρτυρική του θυσία ενέπνευσαν τη λαϊκή μούσα…
Ο Θάνατος του Διάκου
Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα,
καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.
-Ουδ’ ο Καλύβας έρχεται, ουδ’ ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ-Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες.
Ο Διάκος σαν τ’αγρίκησε, πολύ του κακοφάνη,
ψιλή φωνή ν’ εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει:
– Το στράτευμά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια,
δωσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις φούχτες
γλήγορα και να πιάσωμε κάτω στην Αλαμάνα,
όπου ταμπούρια δυνατά έχει και μετερίζια.
Επήραν τ’ αλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
στην Αλαμάναν’ έφτασαν κι’ έπιασαν τα ταμπούρια.
-Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά μη φοβηθήτε,
ανδρεία ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθήτε!
Εκείνοι εφοβήθηκαν κι’ εσκόρπισαν στους λόγγους.
Έμειν’ ο Διάκος στη φωτιά με δεκοχτώ λεβέντες,
τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες.
Σκίστηκε το τουφέκι του κι’ εγίνηκε κομμάτια,
και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά ν’ εμπήκε,
έκοψε Τούρκους άπειρους κι’ εφτά μπουλουκμπασάδες.
Πλην το σπαθί του έσπασε ν’απάν’ από τη χούφτα
κι’ έπεσ’ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
Χίλιοι τον πήραν απ’ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.
Κι’ Ομέρ Βριώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:
– Γένεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν’ αλλάξης,
να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσης;
Κι’ εκείνος τ’ απεκρίθηκε και με θυμό του λέει:
-Πάτε κι’ εσείς και’ η πίστη σας, μουρτάτες να χαθήτε,
εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ’ απεθάνω.
Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
μόνο πέντ’ έξι ημερών ζωή να μου χαρίστε,
όσο να φτάσ’ ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας.
Σαν τ’ άκουσ’ ο Χαλίλμπεης με δάκρυα φωνάζει:
-Χίλια πουγγιά σας δίνω ‘γω κι’ ακόμα πεντακόσια,
το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,
ότι θα σβήση την Τουρκιά και όλο το Δοβλέτι.
Το Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βάλαν,
Ολόρθο τον εστήσανε, κι’ αυτός χαμογελούσε.
Την πίστη τους τους έβριζε, τους έλεγε μουρτάτες.
– Εμέν’ αν εσουβλίσετε , ένας Γραικός εχάθη
ας είν’ καλά ο Οδυσσεύς κι’ ο καπιτάν Νικήτας,
αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι’ όλο σας το Δοβλέτι.
Η Πελοποννησιακή παραλλαγή του τραγουδιού
Τρεις περδικούλες κάθουνται στου Διάκου το ταμπούρι,
μίνια τηράει τη Λειβαδιά κι’ άλλη το Καρπενήσι,
η Τρίτη νη καλύτερη μοιρολογάει και λέει:
– Πολλή μαυρίλα ν’ έρχεται στου Διάκου το ταμπούρι
καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.
– Μήτε ο Καλύβας έρχεται μητ’ ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ Βριγιώνης, το σκυλί, με δεκοχτώ χιλιάδες.
Και ο σεΐζης του μιλάει του Διάκου και του λέει:
– Διάκο, πάμε να φύγουμε, πάμε στην Αλασσόνα,
π’ εκεί είν’ ο τόπος δυνατός, ταμπούρια για να πιάσ’ με
τ’ ασκέρια σου κιοτέψανε και πήρανε τους λόγγους.
Κι’ έμειν’ ο Διάκος μοναχός, με δεκοχτώ νομάτους,
τρεις ημερούλες πολεμάει και τρία μερονύχτια.
Εμαύρισε κι’ αράχνιασε, σα μαύρη καλιακούδα,
απ’ τις μπαρούτες τις πολλές κι’ απ’τα πολλά τα σμπάρα.
Τσακίστη το ντουφέκι του απ’τα πολλά ντουφέκια,
το ‘σπασε το σπαθάκι του απάν’ από τη χούφτα,
τότε τον πιάσαν ζωντανόν κειν’ τα κοντοτουρκάκια.
Κι’ ο Ομέρ-Βριγιώνης, το σκυλί, του Διάκου πάει και λέει:
– Διάκο, Τούρκος δε γένεσαι, πασά για να σε κάνω;
– Τι λες, μωρέ βρωμόσκυλο, τι λες, μωρέ μουρτάτη;
εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θέλα πεθάνω.
Τότε τον βάλαν στο σουγλί και παν να τόνε ψήσουν,
κι’ ο Διάκος ετραγούδαγε της άνοιξης τραγούδι:
– Για ιδές καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρη,
τώρα το Μάη, την άνοιξη, π’ ανοίγουν τα λουλούδια!
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – Ὁλόγυρα στὴ λίμνη


Μικρά διηγήματα.
ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΦΙΛΟΝ
Ὅταν ἐπανῆλθες μετὰ ἑπτὰ ἔτη εἰς τὴν ὡραίαν τοποθεσίαν, τὴν προσφιλῆ εἰς τὰς ἀναμνήσεις σου, δὲν ἦτο Φεβρουάριος ὁ μὴν καὶ δὲν ὑπῆρχον πλέον ἴτσια* νὰ μυρώνωσι τὴν ἀτμοσφαῖραν μὲ τὰς μεθυστικὰς εὐωδίας των. Ἀλλὰ δὲν ἦτο πλέον καὶ ἡ Πολύμνια ἐκεῖ, ἄλλο ἔμψυχον ἴον, ἡ μεθύσκουσα ποτὲ τὴν παιδικὴν φαντασίαν σου μὲ μόνον τῆς λευκῆς λινομετάξου ἐσθῆτός της τὸν θροῦν. Δὲν ἐσώζετο πλέον οὔτε ὁ σικυὼν τοῦ ἀγαθοῦ Παρρήση, ὁ περιβάλλων ποτὲ μὲ χλοερὸν πλαίσιον τὴν γαληνιῶσαν λίμνην, τὴν ἀντανακλῶσαν εἰς τὰ νερά της τὸ αἴθριον κυανοῦν, οὔτε κἂν ἡ καλύβα τοῦ Λούκα τοῦ Θανασούλα, ἡ βρεχομένη ἀπὸ τὸ κῦμα παρὰ τὸ στόμιον τῆς λίμνης, ὅπου οὐδεὶς ἁλιεὺς ἐτόλμα ἐντὸς βολῆς νὰ πλησιάσῃ, διότι καὶ κοιμωμένου τοῦ Λούκα, ἡ καραβίνα ἠγρύπνει παρὰ τὸ πλευρόν του, καὶ ἤκουες τότε ἔξαφνα, ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, ξηρὸν κρότον οὐδὲν καλὸν ὑποσχόμενον εἰς τὸν τολμητίαν ὅστις θὰ ἐδοκίμαζε νὰ πλησιάσῃ ποτέ. Ἂν ἠδύνατό τις νὰ πιστεύσῃ τὰ λεγόμενα, ἡ καραβίνα αὕτη ἦτο τὸ ἀληθὲς ξυπνητήρι τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῆς λίμνης, εἰδοποιοῦσα αὐτὸν μυστηριωδῶς διὰ κτύπου εἰς τὸν δεξιόν του ὦμον περὶ τῆς λαθραίας προσεγγίσεως βάρκας τινὸς ἐκ τοῦ λιμένος διὰ νυκτός. Διότι οἱ ὅροι τοῦ συμβολαίου ἔλεγαν ὅτι ὅλα τὰ κεφαλόπουλα καὶ τὰ καβούρια, ὅσα ἐπλησίαζαν εἰς τὴν λίμνην, ἦσαν τῆς λίμνης, ἐνῷ ὅσα ἐτόλμων νὰ ἐξέλθωσιν αὐτῆς, δὲν ἦσαν τοῦ λιμένος. Ἐφηρμόζετο δ᾿ ἐνταῦθα κατὰ πλάτος τὸ ἀξίωμα τὰ ἐμὰ ἐμά, καὶ τὰ σὰ ἐμά.
Ἄλλοτε κατήρχετο ἐκεῖ βόσκων τὰς ὀλίγας ἀμνάδας καὶ τὰ ἀρνία του, ὁ μπαρμπα-Γιωργός, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Κοψιδάκης, ὅστις δὲν ἐφείδετο νὰ διηγῆται εἰς πάντας ὅσας ὀπτασίας ἔβλεπε (ἁγίους, ἀγγέλους, δαίμονας, τὴν κατάστασιν τῶν ψυχῶν, καὶ αὐτὴν τὴν τελευταίαν κρίσιν, ὅλα τὰ ἔβλεπεν ὁ μακαρίτης) καὶ ἅπαξ μάλιστα ἠλήθευσε περιφανῶς, ὅταν ἔπεισε τοὺς πολίτας καὶ «τὸν δήμαρχο μὲ ὅλη τὴ δωδεκάδα», ὅτι ἦτο ἐπάναγκες ν᾿ ἀνακαινίσωσιν ἐκ βάθρων τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Καὶ προεῖπεν αὐτοῖς ὅτι, ἅμα ἀνέσκαπτον τὰ θεμέλια, ὁ Ἅγιος θὰ ἤρχετο βοηθός. Καὶ πράγματι, ὡς ἤρχισεν ἡ σκαπάνη νὰ ξεκοιλιάζῃ μετὰ δούπου τὴν γῆν καὶ νὰ στομοῦται πλήττουσα λίθους καὶ χάλικας, προέκυψαν εἰς τὸ φῶς δίδυμοι τάφοι μετὰ κιτρίνων σκελετῶν, τίς οἶδεν ἀπὸ ποίου λοιμοῦ, κατὰ τοὺς παρελθόντας αἰῶνας ἐκεῖ θαμμένων, καὶ μεταξὺ ἀδελφωμένων κοκκάλων καὶ χώματος, εὑρέθησαν περὶ τὰ ἑκατὸν ἑνετικὰ φλωρία. Ἄλλοι ἐπίστευσαν τότε τὸ θαῦμα καὶ ἄλλοι ἐξεπλάγησαν διὰ τὴν σύμπτωσιν, ἀλλὰ τὸ ὁρατὸν ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ὁ ναΐσκος εὐπρεπὴς ὁπωσοῦν ἐκτίσθη. Εἰς τὸν ναΐσκον ἐκεῖνον, ὅταν ἦτο ἀκόμη παλαιὸς καὶ στενὸς καὶ μικρούτσικος, ἐκλείεσο τὸ πάλαι, ὅταν ἤθελες νὰ ἐπικαλεσθῇς τὴν βοήθειαν τοῦ Ἁγίου διὰ τοὺς πρωίμους πόνους τῆς καρδίας σου. Καὶ δὲν ἠδύνατό τις νὰ σὲ ὀνομάσῃ βέβηλον, καθόσον δὲν ἐζήτεις ἀπὸ τὸν Ἅγιον ἐγκόσμιον εὐτυχίαν, ἀλλὰ παρηγορίαν διὰ τὰς θλίψεις σου. Καὶ σὺ ἔπλεες τότε εἰς ψευδῆ ἀσφάλειαν, πεποιθὼς ὅτι κανεὶς ἄλλος δὲν σὲ ἔβλεπεν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἀπὸ τὸν Ἅγιον· ἀλλ᾿ ὁ νέος ἐκεῖνος ὅστις ἐφύλαγε τότε τὰ πρόβατα τοῦ μπαρμπα-Γιωργοῦ, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, τοῦ Κοψιδάκη, ἂν καὶ δὲν ἦτο προικισμένος μὲ τὸ χάρισμα τῆς προφητείας καὶ τῶν ὀπτασιῶν ὡς ὁ ἀφέντης του, ὅταν σ᾿ ἔβλεπεν ἀντικρὺ ἀπὸ τὸν λόφον, κ᾿ ἔκλειες τὴν θύραν ἅμα ἔμβαινες εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον, κατήρχετο γοργὰ-γοργὰ ἀπὸ τὸν λόφον μὲ τὰ τσαρουχάκια του, πατῶν εἰς τὴν γῆν τόσον μαλακὰ ὡς νὰ ἦτο ἐλαφρὸς ἀτμὸς διολισθαίνων ἐπὶ τῆς χλόης, καὶ συνέχων τὴν ἀναπνοήν του, ἐπλησίαζε σιγὰ-σιγὰ εἰς τὴν μικράν, μισοασβεστωμένην καὶ λαδωμένην ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴν εὐλάβειαν τῶν προσκυνητριῶν, ὑαλόφρακτον θυρίδα τοῦ ναΐσκου, κ᾿ ἔβλεπε, χωρὶς νὰ τὸν βλέπῃς, τὰς μετανοίας καὶ τὰς προσευχάς σου, καὶ ἤκουε, χωρὶς νὰ τὸν ἀκούῃς, τοὺς ψιθυρισμούς σου καὶ τοὺς στεναγμούς σου. Ὤ! πόσα ἔτη παρῆλθον ἔκτοτε!
* * *
Ἐχωρίζετο ἡ λίμνη ἀπὸ τῆς θαλάσσης διὰ πλατείας λωρίδος γῆς ἀμμώδους καὶ κισηρώδους, τῆς ὁποίας μέρος ἦτο τὸ ναυπηγεῖον τῆς πόλεως καὶ μέρος ἦτο ὁ σικυὼν τοῦ Παρρήση. Κατὰ τὴν δυτικὴν ὅμως γωνίαν τῆς λωρίδος αὐτῆς, ὅπου ἤρχιζε ν᾿ ἁπλοῦται τὸ μῆκος τοῦ λιμένος, ἡ λωρὶς αὕτη ἔβαινε στενουμένη ἕως τοῦ Ἀργύρη τοῦ Μπαρμπαπαναγιώτη τὸν ἀνεμόμυλον, ὅστις μὲ τὴν ἀενάως στροφοδινουμένην κυκλοτερῆ πτέρυγά του μὲ τὰ τριγωνικὰ ἱστία, ἐφαίνετο ὡς νὰ προεκάλει τὰ ἐν τῷ λιμένι ἠγκυροβολημένα πλοῖα, λέγων πρὸς αὐτά: «Νά, ἐγὼ ἀρμενίζω καὶ στὴ στεριά!» Πόσας καὶ πόσας φορὰς ἠναγκάσθης νὰ θαλασσώσῃς*, ἀφαιρῶν κάλτσες καὶ πέδιλα, ἀνασηκώνων ἕως τὸ γόνυ τὴν περισκελίδα, ἐπιμένων πεισμόνως νὰ διαβῇς τὸ ποτάμιον, ὅταν πολὺ συχνὰ ἐπήρχετο πλημμύρα καὶ ἡ θάλασσα ἐγίνετο ἓν μὲ τὸν βάλτον! Καὶ διατί δὲν ἀπεφάσιζες ν᾿ ἀνακόψῃς τὸν δρόμον σου καὶ νὰ ἐπιστρέψῃς εἰς τὴν πόλιν; Διότι σοῦ ἐφαίνετο ὅτι κάτι ἔβλεπες, κάτι ἀπήλαυες εἰς τὸ τοπίον αὐτό, ἐνῷ ἐκείνη ἥτις τὸ ἐζωντάνευεν, εἶχε γίνει ἄφαντος πρὸ πολλοῦ. Καὶ πότε πάλιν ἐπροτίμας νὰ λάβῃς τὴν βορειοτέραν ὁδόν, τὴν περιφερῆ, ἐκεῖθεν τῆς λίμνης, διατρέχων ὅλον τὸ Κ᾿βούλι μὲ τοὺς ἀγροὺς καὶ μὲ τοὺς ἀμπελῶνάς του. Ἐκεῖ ἐπάτεις ἐπὶ παχείας χλόης, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἤξευρες πάντοτε ἂν ὑπῆρχε στερεὰ γῆ. Καὶ ἐχώνεσο ἕως τοὺς ἀστραγάλους εἰς τὸν βάλτον, ἀλλ᾿ ἐνόμιζες τοῦτο εὐτυχίαν σου, διότι ἐφαντάζεσο πάντοτε ὅτι ἔτρεχες νὰ κόψῃς ἴτσια δι᾿ ἐκείνην. Καὶ ὅταν ἔφθανες τέλος, μὲ τὰ ὑποδήματα βαλτωμένα καὶ τὰ περιπόδια ὑγρά, εἰς τὸν λευκὸν οἰκίσκον τοῦ μπαρμπα-Κωνσταντῆ τοῦ Μιτζέλου, καὶ τὸν ἐχαιρέτας, ἐκεῖ ποὺ ἐσκάλιζε τὰ κουκιά, φωνάζων μακρόθεν, «Καλησπέρα, μπαρμπα-Κωνσταντή!» κ᾿ ἐκεῖνος σοῦ ἀπήντα μειλιχίως, «Καλῶς τὸ παιδί μου!», τότε ἠγάπας νὰ φαντάζεσαι σεαυτὸν ὡς μπαρμπα-Κωνσταντήν, καὶ τὴν Πολύμνιαν ὡς θεια-Σινιώραν, καὶ τοὺς δύο κατὰ σαράντα ἔτη νεωτέρους, καὶ ἀνεμέτρεις ὁποία θὰ ἦτον εὐτυχία διὰ σέ, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ συζήσῃς μὲ τὴν ἀγαπητήν σου εἰς τὸν πάλλευκον ἐκεῖνον οἰκίσκον (τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ ὑπερβάλλουσα λευκότης ὠφείλετο εἰς τὰ ἀκατάπαυστα ἀσβεστώματα τῆς θεια-Σινιώρας), καὶ ὁποία θὰ ἦτο ἐντρύφησις αἰσθήματος καὶ ρωμαντισμοῦ, ἐὰν διήγετε τὰς ἡμέρας μετὰ τῆς ἀγαπητῆς ἐν μέσῳ τοῦ εὐώδους καὶ χλοεροῦ ἐκείνου κήπου μὲ τὰς ροιάς, μὲ τὰς ροδωνιάς, μὲ τὰς ἀμυγδαλέας καὶ πασχαλέας, μὲ ὅλα τὰ ἐκλεκτότερα φυτὰ καὶ ἄνθη (τὰ ὁποῖα ὅμως ὠφείλοντο εἰς τοὺς ἐνδελεχεῖς κόπους τοῦ μπαρμπα-Κωνσταντῆ), παρὰ τὴν ὄχθην τῆς ὡραίας λίμνης, ὅπου ὑπήρχεν εἷς οὐρανὸς ἐπάνω, καὶ ἄλλος οὐρανὸς ἐφαίνετο κάτω, λεῦκαι καὶ κυπάρισσοι ἀνέτεινον τὰς ὑψηλὰς κορυφάς των ἄνω, καὶ ἄλλαι λεῦκαι καὶ κυπάρισσοι ἐκρέμαντο ἀνάποδα κάτω. Καὶ ὅσαι μυριάδες ἄστρα ἐκόσμουν τὴν νύκτα λάμποντα τὸ στερέωμα, ἄλλαι τόσαι μυριάδες ἔλαμπαν τρεμοσβήνοντα κάτω εἰς τὸν πυθμένα. Καὶ καλαμῶνες σειόμενοι ὑπὸ τοῦ ἀνέμου ὕψωναν τοὺς ἀσθενεῖς καυλούς των δύο ὀργυιὰς ὑπὲρ τὸ κῦμα, καὶ βρύα καὶ λύγοι καὶ ἀσφόδελοι ἀπέζων ἐκ τοῦ ἐλέους τῆς λίμνης καὶ ἐκ τοῦ λίπους τοῦ βάλτου, κλίνοντα τὰς χθαμαλὰς κορυφάς των πρὸς τὸ ὕδωρ, ὡς ν᾿ ἀπέδιδον εἰς τὴν λίμνην τὴν ὀφειλομένην εὐγνώμονα ὑπόκλισιν. Καὶ ἀντικρὺ ὑψοῦτο ὁ λιμὴν μὲ τὰς χλοερὰς ὄχθας του ὁλόγυρα, τὰς ἐξαπλούσας εἰς τὸν ἥλιον τὰς πρασινιζούσας κλιτῦς των, ὡς εὔκολπα στήθη παρθένου ἀναδίδοντα ζωὴν καὶ σφρῖγος εἰς τὴν πλάσιν. Δένδρα ἐκόσμουν εὐπαρύφως τὰς ὄχθας τὰς ὀρεινὰς καὶ τὰς ἀμμώδεις, καὶ ἄλλα δένδρα φυτευμένα ἐν τῇ θαλάσσῃ ἐστόλιζον τὸ κῦμα καὶ τοὺς αἰγιαλούς, τὰ ἱστία μὲ τὰ ἐξάρτιά των. Καὶ εἰς τὸ βάθος ἐφαίνοντο πρὸς βορρᾶν τεμνόμεναι αἱ δύο τῶν λόφων σειραί, αἱ περιβάλλουσαι ἔνθεν καὶ ἔνθεν τὸν μακρὸν ἀλλ᾿ εὐσύνοπτον εἰς τὸ βλέμμα κάμπον, ἡ μία ἡ ἀνατολική, ὑψηλή, ἐγγυτέρα εἰς τὸν θεατήν, ἐπιστεφομένη ἀπὸ τὸ καλύβι τοῦ μπαρμπα-Γιωργιοῦ, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, τοῦ Κοψιδάκη, ὅπου ὄχι ἅπαξ ἑώρτασες τὴν Πρωτομαγιάν, παιδίον, μὲ γάλα καὶ μὲ ὀβελίαν ἀμνὸν καὶ μὲ στεφάνους καὶ μὲ λούλουδα, ὅταν ἔζη ὁ πρὸς μητρὸς πάππος σου, ὁ μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρος, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Καρονιάρης, ὅστις ἠγάπα νὰ ἑορτάζῃ μεγαλοπρεπῶς τὴν Πρωτομαγιάν, χορηγὸς αὐτὸς ὄχι μόνον δι᾿ ὅλους τοὺς υἱούς, τὰς θυγατέρας καὶ τὰ ἐγγόνια του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἀναδεξίμια του καὶ τοὺς κουμπάρους του καὶ διὰ τὰς κόρας τῶν κολληγισσῶν του ἀκόμη, τὰς ὁποίας ἑπταέτης ἤδη δὲν ὤκνεις νὰ ἐρωτεύεσαι, φανταζόμενος ὅτι τρέχεις κατόπιν αὐτῶν εἰς τοὺς ὁρμίσκους, ἐκεῖ ὅπου ἐλεύκαιναν τὰς ὀθόνας, καὶ ὅτι κρύπτεσαι μαζί των εἰς τὰ ἄντρα, τὰ πατούμενα ὑπὸ τῆς θαλάσσης, ἀφριζούσης ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Βορρᾶ, ὀνειροπολῶν τὴν εὐτυχίαν εἰς τοὺς λευκοὺς καὶ γλαφυροὺς κόλπους, μὲ τὰς ὁλοβροχίνους* καὶ βυσσινόχρους τραχηλιάς, καὶ εἰς τὰς κυανόφλεβας καὶ τορνευτὰς ὠλένας μὲ τὰς μακρὰς καὶ κεντητὰς χειρῖδάς των. Πρώιμα ὄνειρα νεότητος ἀνυπομόνου, ὡς ἡ ἀμυγδαλῆ ἡ ἀνθοῦσα τὸν Ἰανουάριον!
Ἡ ἄλλη, ἡ δυτικὴ λοφιά, ἦτο ἡ Πλατάνα, ἀπωτέρα εἰς τὸν θεατήν, ὑπτία, ἀνακεκλιμένη, βαθμηδὸν ἀνέρπουσα πρὸς τὰς ὑψηλοτέρας κορυφάς, ἧς τὴν ὑπώρειαν περικαλλῶς κοσμεῖ ὁ Πύργος τοῦ Μετοχίου, μὲ τὸν ὡραῖον ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔβλεπες ἀντικρύ σου ὡς τελείαν εἰκόνα ἀριστοτέχνου ἀληθῶς, ἐκεῖθεν τῆς λίμνης ἀπὸ τὸν λευκὸν οἰκίσκον τοῦ μπαρμπα-Κωνσταντῆ τοῦ Μιτζέλου, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ ναυπηγεῖον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο ἀπέναντι, ἐντεῦθεν τῆς λίμνης.
* * *
Ὅλη ἡ μακρὰ καὶ πλατεῖα ἀμμουδιὰ ἡ ἁπλουμένη μεταξὺ τῆς λίμνης καὶ τοῦ λιμένος, δὲν εἶχεν οὐδὲ ἕνα κόκκον ἄμμου ἀμιγῆ ἀπὸ πριονίδια, οὐδὲ ἕνα χάλικα ἐλεύθερον ἀπὸ τὴν γειτονίαν πελεκουδίου. Πόσα δάση ἀγριοξύλων μετεμορφώθησαν ἐνταῦθα, ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, εἰς σκάφας μὲ κατάρτια ὑψηλά, μὲ μυριάδας ὀργυιῶν σχοινίων καὶ πανίων, καὶ πόσαι τοιαῦται σκάφαι θὰ ἐκοιμῶντο τώρα τὸν αἰώνιον ὕπνον εἰς τὰ βάθη τῆς Μεσογείου ἢ τοῦ Εὐξείνου! Δύο τοιοῦτοι σκελετοὶ ἐφαίνοντο σήμερον κείμενοι ἐπὶ τὴν μίαν πλευράν, εἰς τὰ ρηχά, ἀντικρὺ τοῦ ναυπηγείου, μὲ τὰς σκωληκοβρώτους καὶ μαυρισμένας σανίδας των, μὲ τὰ σκουριασμένα καρφία των, καὶ τὰ διέχοντα στραβόξυλα* γυμνὰ μαδερίων, δι᾿ ὧν διέρρεεν ἐλευθέρως ἡ θάλασσα, ἐφαίνοντο θλιβερῶς μειδιῶντα, μὲ ὀδόντας ἄνευ χειλέων, ὡς νὰ ᾤκτειρον βλέποντα ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν τόσην μανιώδη μέριμναν καὶ μεταλλευτικότητα τῶν ἀνθρώπων. Πόσαι χεῖρες ἀνθρώπων πυρετωδῶς ἐργασθεῖσαι ἄλλοτε ἐδῶ δὲν ἔκειντο ξηραὶ εἰς τὰ βάθη τῆς γῆς, πόσαι κεφαλαί, τόσον ἔχουσαι ἐγκέφαλον, ὅσος θὰ ἤρκει, καθ᾿ ἃ ἔλεγε γηραιὸς ναυτικός, «διὰ νὰ παλαμίσῃ* τις ἕνα καράβι ὁλόκληρο», δὲν ἔθρεψαν ἀδηφάγα κήτη εἰς τὸν βυθὸν τοῦ πόντου! Καὶ ὅμως ὁ γέρων ἐκεῖνος θαλασσινός, μὲ τὴν πικρὰν εἰρωνείαν, εἶχε χάσει ἀρτίως τὸ πλοῖον καὶ τοὺς δύο υἱούς του ἀπὸ τρικυμίαν παρὰ τὸν Μαλέαν, καὶ τώρα, μὲ τὰ γεράματά του, καὶ μὲ τὸν τρίτον του υἱόν, ἐπαιδεύετο νὰ ναυπηγήσῃ ἄλλο πλοῖον μεγαλύτερον, ἔρημος τῶν κυριωτέρων βοηθῶν του! Οὕτως ἡ ἀνάγκη τοῦ βίου καὶ ἡ συνήθεια δεσπόζουσι τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων! Δι᾿ ἐκεῖνον τὸ νέον τοῦτο πλοῖον ἴσως νὰ ἦτο, ἂν ὄχι ἱκανοποίησις, τοὐλάχιστον παρηγορία διὰ τὸ γῆρας! Καὶ οὕτω θὰ ἐξηκολούθει νὰ διάγῃ τὰς τελευταίας ἡμέρας του, ὁ γηραιὸς θαλάσσιος λύκος, ἑωσότου θὰ ἤρχετο ἴσως ἡμέρα καθ᾿ ἣν ἡ θάλασσα, τὸ μέγιστον τοῦτο θηρίον τὸ ὁποῖον ἐπιμόνως προεκάλει, θὰ τὸν ἀνέρριπτεν ἐξεγειρομένη ἀπὸ τῶν κόλπων της ἕως τὸ στερέωμα, ὡς λέγει ὁ Βάυρων, καὶ θὰ τὸν ἔπεμπεν ὀλολύζοντα «εἰς τοὺς θεούς του», ἀπορρίπτουσα αὐτὸν ὀπίσω εἰς τὴν γῆν. «Ἐκεῖ ἂς κεῖται!» There let him lay!
Κ᾽ ἐξηκολούθουν διαρκῶς νὰ ναυπηγῶσι πλοῖα, καὶ ἡ τέχνη ἐτελειοποιεῖτο καὶ τὸ ἐμπόριον ηὔξανε. Πᾶς ὅστις ἤθελε νὰ ναυπηγήσῃ εἶχε πρόθυμον σύμβουλον τὸν καπετὰν Δημήτρη τὸν Κασσανδριανό, μὲ τὴν μακράν του τσιμπούκαν, μὲ τὸ ἠλέκτρινον στόμιον, ὅστις εἶχεν ἰδεῖ καὶ ἀκούσει πολλὰ εἰς τὴν ζωήν του, ὁ μακαρίτης. Τὰς ἡμέρας τοῦ γήρατός του τὰς ἐδαπάνα παριστάμενος θεατὴς τῶν ναυπηγουμένων πλοίων, ἐρχόμενος κατὰ πᾶσαν ἑσπέραν μὲ τὴν τσιμπούκαν του, μὲ τὴν μακρὰν καπνοσακκούλαν του κρεμαμένην ἐπὶ τοῦ τσοχίνου ἐπανωβράκου, διὰ νὰ καμαρώσῃ τοὺς κόπους καὶ τὰς ἐλπίδας τῶν ἄλλων, καὶ παρηγορηθῇ διότι, πεισθεὶς εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν υἱῶν του, ἰσχυριζομένων ὅτι ἦτο παρὰ πολὺ γέρων, εἶχε παραχωρήσει αὐτοῖς τὴν πλοιαρχίαν. «Σὰ θὰ κάμετε τὸ σταυρό σας νὰ κόψετε τὸν κερεστέ*, παιδιά, νὰ κοιτάξετε καλὰ πόσω ἡμερῶ θὰ εἶναι τὸ φεγγάρι… Κι ὅντας θὰ σκαρώσετε, μὲ τὸ καλό, νὰ ξετάζετε ποῦ εἶναι ὁ ἀστέρας*… Βάρδα μπένε*, νὰ μὴ σκαρώσετε μουδὲ νὰ τὸ ρίξετε στὸ γιαλὸ τὴν ἡμέρα ποὺ εἶναι λιοτρόπι*…» Καὶ ἔδιδε βραδύγλωσσος πολυτίμους ὁδηγίας εἰς τὸν πλοίαρχον, ὡς καὶ εἰς τὸν πρωτομάστορην, περὶ πάντων τῶν συντελούντων εἰς τὴν ἐπιτυχῆ ναυπήγησιν ὡς καὶ τὴν εὐόδωσιν καὶ προκοπὴν τοῦ πλοίου. Ὅστις δὲν τὸν ἤκουε, τόσον χειρότερα δι᾿ αὐτόν! Νεωτερισταί τινες πλοίαρχοι ἐδοκίμασαν νὰ τὸν παρακούσουν, καὶ ὑπέφεραν σκληρῶς.
* * *
Ἐνθυμεῖσαι, ὑπῆρχαν τότε τρία μεγάλα σκάφη πλησίον ἀλλήλων ναυπηγούμενα, ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἀρχιναυπηγόν. Θαυμάσιος ἄνθρωπος! Πῶς ἠδύνατο νὰ ἐπαρκῇ καὶ εἰς τὰ τρία, τρέχων ἀπὸ σκάφης εἰς σκάφην, μ᾿ ἕνα πῆχυν εἰς τὴν χεῖρα, μὲ μίαν στάθμην καὶ μ᾿ ἓν σκέπαρνον ἀπὸ τοῦ αὐχένος κρεμάμενον μὲ τὴν λαβὴν ἐπὶ τοῦ στέρνου. Καὶ ὁποία στρατιὰ ἀνθρώπων ἐτέλει ὑπὸ τὰς διαταγάς του! Ὁ πλοίαρχος, οἱ βοηθοί του, οἱ πριονισταί, οἱ πελεκηταί, οἱ μαραγκοὶ καὶ οἱ καλαφάται! Δὲν ἔλειπαν καὶ οἱ Γύφτοι, οἵτινες εἶχον ἱδρύσει προχείρως ἀνὰ μίαν καλύβην ὄπισθεν ἑνὸς ἑκάστου τῶν σκαφῶν. Καὶ μὲ τὴν κάμινον πλήρη ἀνθράκων, μὲ τοὺς φυσητῆρας, μὲ τοὺς ἄκμονας, μὲ τοὺς ραιστῆρας καὶ τὰς βαρείας σφύρας των, ἔκοπταν, ἔκοπταν μεγάλα καρφία, τζαβέτες*. Ὁποῖος φοβερὸς θόρυβος! Οἱ κτύποι τοῦ ραιστῆρος ἔπνιγον τὸν ἔρρυθμον τριγμὸν τοῦ πρίονος, ὁ κρότος τοῦ σκεπάρνου ἐκάλυπτε τὸν δοῦπον τῆς ξυλίνης ματσόλας, δι᾿ ἧς ἐκτύπα τὸ στυππεῖον ὁ καλαφάτης, καὶ ὑπὲρ πάντας τοὺς ἄλλους κρότους ἐδέσποζεν ὁ βαρὺς ροῖβδος τοῦ πελωρίου ραιστῆρος, δι᾿ οὗ ἐνέπηγον τὰ χονδρὰ καρφιὰ καὶ τοὺς ξυλίνους ἥλους, τὲς καβίλιες, εἰς τὰς στρογγύλας πλευρὰς τοῦ κολοσσαίου σκάφους. Καὶ ὑψηλός, μεγαλόκορμος ἀνήρ, μὲ ὀρθὰς τὰς πλάτας, μὲ τὸ κόκκινον πλατὺ ζωνάρι συνέχον τὴν μακρὰν σέλλαν* τοῦ βρακίου ὑπὸ τοὺς βουβῶνάς του, εἶχεν ἀναβῆ, ὁ δαιμόνιος, ὑψηλὰ ἐπὶ τῆς κωπαστῆς, καὶ ὁ ἴσκιος του μακρός, ὑπὸ τὰς τελευταίας ἀκτῖνας τοῦ δύοντος ἡλίου, ἐμεγεθύνετο τεραστίως, τῶν μὲν σκελῶν πιπτόντων ἐντεῦθεν τῆς λίμνης ἐπὶ τῶν φυτῶν τοῦ σικυῶνος, τοῦ δὲ κορμοῦ ἀορίστως κυμαινομένου ἐπὶ τοῦ ὕδατος, καὶ τῆς κεφαλῆς ζωγραφουμένης μεγαλοπρεπῶς πέραν τῆς λίμνης, πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὴν ὑπώρειαν τοῦ βουνοῦ. Οὗτος ἦτο ὁ πουργοτζής*, ἔργον ἔχων τὸ ν᾿ ἀνοίγῃ τρύπες. Ὑπερμέγεθες πισσωμένον ζεμπίλιον, κείμενον κάπου, ἀνάμεσα εἰς δύο βουβά*, μεγάλα ξύλα, ὑπὸ τὴν πρύμνην, ἦτο γεμᾶτον ἀπὸ τριβέλια διαφόρων μεγεθῶν, ἕως τρεῖς δωδεκάδας, ὧν τὸ μὲν μικρότερον θὰ ἦτο ἕως δύο σπιθαμῶν, τὸ δὲ μέγιστον, βαρύ, ὀγκῶδες, ἦτο σχεδὸν ἴσον μὲ τὸ ἀνάστημα τοῦ κατόχου του. Τὴν στιγμὴν ταύτην ἐχειρίζετο ἀκριβῶς ἓν τῶν μεγίστων τρυπανίων, καὶ ἔκυπτεν, ὁ θαυμάσιος, ἐπὶ τῆς κωπαστῆς, αἰωρούμενος ὡς σχοινοβάτης, καὶ ἤνοιγε βαθεῖαν κάθετον ὀπὴν εἰς μίαν τῶν πλευρῶν τοῦ σκάφους. Ὢ τῆς ἀκαταληψίας!
* * *
Ἀλλ᾿ ὁ ἥλιος ἐκρύβη ἤδη εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὑψηλοῦ πετρώδους βουνοῦ, καὶ ὁ ἴσκιος τοῦ πουργοτζῆ διεγράφη καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ ὕδατος καὶ ἀπὸ τὸν ἄμμον τῆς παραλίας. Οἱ μαστόροι, καθὼς καὶ οἱ πολλοὶ ἐπισκέπται, οἱ περιπατηταὶ τῆς ἑσπέρας, οἵτινες ἤρχοντο νὰ συγκοπιάζωσι καὶ αὐτοὶ μὲ τὸ βλέμμα εἰς τοὺς ἱδρῶτας τῶν ἄλλων, κ᾿ ἐνίοτε νὰ τοὺς χασομερῶσι μὲ τὰς ἀκαίρους ἐρωτήσεις των, διασκελίσαντες τὰ παντοῦ ἐσκορπισμένα ἀνὰ τὸ ναυπηγεῖον βουβά, δοκοὺς καὶ στραβόξυλα, συνήχθησαν ὅλοι ἐν συγκεχυμένῳ βόμβῳ, περὶ τὴν μικρὰν καλύβην τοῦ πλοιάρχου, ἥτις ἦτο πλήρης τάκων καὶ τεμαχίων ξύλου καὶ σπυρίδων μὲ ἐργαλεῖα καί τινων ἐνδυμάτων καὶ κλινοσκεπασμάτων, διὰ νὰ πίωσιν ὅλοι τὸ τσίπουρο, ἀπὸ μεγάλην χιλιάρικην φιάλην, μὲ τὸ αὐτὸ ποτήριον ὅλοι. Μόνος ὁ πελώριος καραβόσκυλος, ὁ προσδεδεμένος μὲ στερεὰν ἅλυσιν ἔξω τῆς καλύβης, ὄπισθεν τῆς πρύμνης τοῦ μεγάλου σκάφους, ἐξέπεμπεν ἀπειλητικὸν ὑπόκωφον γρυλισμόν, ὡς νὰ διέκρινεν αὐτὸς μόνος τὸν βόμβον τῶν κηφήνων ἀπὸ τοῦ βόμβου τῶν μελισσῶν, κ᾿ ἐφαίνετο, ἂν τοῦ τὸ ἐπέτρεπαν, ἕτοιμος νὰ ἐφορμήσῃ. Ἀλλ᾿ ὁ πλοίαρχος, ὁ καπετὰν Γιωργάκης, ὅστις ἐφαίνετο κάπως μορφωμένος, μὲ τοὺς μακροὺς ἀγκιστροειδεῖς ξανθοὺς μύστακάς του, τὸ ἡλιοκαὲς πρόσωπον καὶ τὸ μικρὸν ἀνάστημα, διὰ μονοσυλλάβων ἀνέκοπτε τὴν ὁρμήν του. «Πίσω, Τσοῦρμο! κάτω, Τσοῦρμο!» Ὁ Τσοῦρμος ὑπήκουεν, ἀλλὰ μετὰ δυσκολίας, κ᾿ ἐξέφραζε τὴν λύπην του διὰ παρατεταμένων γαυγισμῶν. Ἤρχισε νὰ κυκλοφορῇ τὸ ποτήριον τῆς ρακῆς, καὶ οἱ ναυπηγοὶ ὅλοι καὶ οἱ περιπατηταὶ ἔλεγαν τὰς συνήθεις εὐχάς: «Καλορρίζικο! μάλαμα τὸ καρφί τ᾿, καπετάνιο! Καλὸ πλέψιμο!» Τὴν τελευταίαν λέξιν οἱ πλεῖστοι ἐπρόφεραν, κατὰ παραφθοράν, πλέξιμο. Καὶ εἷς περίεργος ἄνθρωπος μὲ χονδρὸν ἄσχημον πρόσωπον, μὲ παχύτατον μύστακα ἐπικαθήμενον ὡς στοιβιὰ ἐπὶ τῶν μήλων τῶν παρειῶν του, ἕως τοὺς ὀφθαλμούς, ἡμιναύτης καὶ ἡμιεργάτης καὶ ἡμιεκφορτωτής (οὗτος ἦτο ὁ Ἀλέξανδρος Χάραυλος, ὁ ἴδιος ὅστις πηδαλιουχῶν ποτὲ ἐν μακρῷ ταξιδίῳ, κατὰ τὴν Μαύρην Θάλασσαν, ἐπὶ μεγάλου πλοίου, τὴν νύκτα, ἠρωτήθη ὑπὸ τοῦ πλοιάρχου, περιπατοῦντος κατὰ μῆκος τοῦ καταστρώματος ἀπὸ τὴν πρύμνην ἕως τὴν πρῷραν: «Τί ἔχεις, βρὲ Ἀλέξανδρε, κι ἀναστενάζεις;» κ᾿ ἐκεῖνος ἀπήντησε: «Συλλογίζομαι, καπετάνιε, πῶς θὰ τὰ πληρώσουμε, τόσα ἑκατομμύρια ποὺ χρωστάει τὸ Ἔθνος!»)· οὗτος λοιπὸν ὁ Ἀλέξανδρος Χάραυλος, ὀλίγον πέραν τοῦ δέοντος ἀφελής, προσληφθεὶς ἀπὸ τῆς προτεραίας διὰ νὰ ὑπηρετῇ εἰς τὴν ναυπήγησιν τοῦ σκάφους, ὅταν ἦλθεν ἡ σειρά του διὰ νὰ πίῃ καὶ νὰ χαιρετίσῃ, ἐπρόφερεν ἐξ ὑπερβαλλούσης ἀδεξιότητος ὡς ἑξῆς τὴν ἀνωτέρω σημειωθεῖσαν λέξιν:
― Καλὸ μπλέξιμο, καπετάνιο!
Οἱ ἄλλοι ἐκάγχασαν· ὁ ξανθομούστακος πλοίαρχος συνωφρυώθη, ὁ Τσοῦρμος ἠγέρθη ἐπὶ τῶν ὀπισθίων ποδῶν καὶ ἀφῆκε φοβερὰν ὑλακήν! Ὁ ἀδελφὸς τοῦ πλοιάρχου, ὁ Δημήτρης ὁ Τσιμπίδας, ἤγειρε τὴν χεῖρα ν᾿ ἁρπάσῃ ἀπὸ τὸν σβέρκον τὸν Ἀλέξανδρον τὸν Χάραυλον καὶ νὰ τοῦ καταφέρῃ ὀλίγους κονδύλους. Ὁ καπετὰν Γιωργάκης τὸν ἐμπόδισεν, ἂν καὶ τοῦ ἐκόστισε πολύ. Διότι ὅλοι οἱ ναυτικοί, καὶ οἱ πλέον μορφωμένοι σχετικῶς, δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένοι δεισιδαιμονιῶν καὶ προλήψεων. Πῶς νὰ μὴν εἶναί τις δεισιδαίμων ὅταν «πολεμῇ μὲ τὸ μεγαλύτερον θηρίον», ὅταν παλαίῃ μὲ τὸ ἄγνωστον, καὶ δὲν ἠξεύρῃ ἂν αὔριον θὰ ἐπιπλέῃ ἢ θὰ ποντισθῇ, ἂν θὰ εἶναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ἢ εἰς τὸν πυθμένα; Ὁ πλοίαρχος ἠρκέσθη μόνον νὰ εἴπῃ ὀργίλως:
― Δάκω τὴ γλῶσσα σ᾿, βρὲ στραβο-Χάραυλε… νὰ μὴν ἁρπάξω τὴ σαλαμάστρα*, τώρα…
Καὶ μετὰ δυσκολίας πολλῆς ἐμπόδισε τὸν ἀδελφόν του νὰ μὴ τὸν αἰκίσῃ.
* * *
Ἐκεῖ, ὄπισθεν τῶν θάμνων τοῦ φράκτου, ἐν μέσῳ τῶν χωραφίων, 〈τῶν〉 ἀμπέλων καὶ τοῦ αἰγιαλοῦ, ὅπου ὄχι σπανίως ἡ μὲν θάλασσα ἐπάτει καὶ ἀφωμοίου τὸ ἥμισυ κήπου ἢ ἀγροῦ μὲ συκᾶς, μηλέας καὶ ἀπιδέας, οἱ δὲ διαβάται ἔκαμναν δρόμον τὸ ἄλλο ἥμισυ τοῦ αὐτοῦ κήπου ἢ ἀγροῦ (καὶ οἱ εὐτυχεῖς ἰδιοκτῆται εἰς ποῖον νὰ προσκλαυθῶσιν;) ἤκουες πολλάκις τὴν ἑσπέραν περὶ τὸ λυκόφως, ἐνῷ οἱ ναυπηγοὶ φορτωμένοι τὰ ζεμπίλια μὲ τὰ σιδερικά των ἐπέστρεφαν εἰς τὴν πολίχνην, ἤκουες, μεταξὺ δύο ἢ τριῶν μαραγκῶν, μετρούντων τὰς ἡμέρας ἑωσοῦ ἔλθῃ ἡ πρώτη Κυριακή, κατόπιν τῆς ὁποίας εἵποντο κατὰ σειρὰν τρεῖς ἢ τέσσαρες ἑορταί (τῶν Κορυφαίων Ἀποστόλων, τῶν Δώδεκα, τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων καὶ τῆς Ἁγίας Ἐσθῆτος), καὶ ἀναλογιζομένων μετὰ προαπολαύσεως μελλούσης μακαριότητος ὅτι θὰ ἔπλεον ὅσον οὔπω ἀντικρύ, εἰς τὴν ἀνατολικὴν νῆσον, τὴν κρατοῦσαν δέσμια πανταχόσε τῆς γῆς ὅλα τὰ τέκνα της μὲ ἀόρατον συμπαθὲς νῆμα πόθου καὶ νοσταλγίας, θὰ ἔπλεον ὅλοι στοιβαζόμενοι εἰς δύο μεγάλας ὁλκάδας, ἔργα τῶν χειρῶν των, ὅπως ἐπὶ τετραήμερον ἑορτάσωσιν· ἤκουες, λέγω, διάλογον οἷος ὁ ἑξῆς:
― Νά, κοντεύουμε τώρα, Νταντή…
― Ἀργοῦμε ἀκόμα, Μπεφάνη…
― Τί λές, βρὲ Νταντή;… Δευτέρα πέρασε, Τρίτ᾿ Τετράδ᾿ μιά, Πέφτ᾿ Παρασκευὴ δυό, Σαββάτο, πρῶτα ὁ Θεός, εἴμαστε πέρα.
Καὶ οὕτως ὁδὸς μακρὰ βραχεῖα γίγνεται, ὄχι κατὰ τὸν Σοφοκλέα.
Ἀλλὰ δὲν ἦτο πάντοτε ἑσπέρα ὅταν ἔβαινες πρὸς τὴν ἀμμώδη ἐκείνην παραλίαν μὲ τ᾿ ἀβαθῆ ὕδατα, καὶ δὲν ἔβλεπες πάντοτε ὁμάδας ἀνθρώπων ἐπιστρεφόντων ἐκ τοῦ ναυπηγείου, οὐδὲ πτωχῶν γυναικῶν φορτωμένων σάκκους πλήρεις πελεκουδίων ἐπὶ τῶν ἰσχνῶν ὤμων των. Ἦτο πρωία, καὶ δὲν εἶχε παρέλθει ὁ χειμών, καὶ δὲν εἶχαν σκαρώσει ἀκόμη τὰ μεγάλα σκάφη. Εἰς τὸ ναυπηγεῖον μία μόνον βρατσέρα καὶ δύο βάρκαι μικραὶ ὑπῆρχαν σκαρωμέναι. Δὲν εἰργάζοντο ἐκεῖ εἰμὴ ὁ μαστρο-Γιωργός, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Βαγγελάκης, μὲ τὴν κοκκίνην σκούφιαν του, ἥτις δὲν ἦτο οὔτε φέσι οὔτε κοῦκος οὔτε καπέλο, ἀλλὰ μετεῖχεν ἀπὸ ὅλα αὐτά, μὲ τοὺς πισσωμένους ἀμπάδες του καὶ μὲ τὴν πολύχρουν ἀπὸ τὰ ἐμβαλώματα καμιζόλαν* του, καὶ ὁ Γιάννης τῆς Παναγιοῦς, μὲ τὸ ὑψηλὸν καὶ ὀρθὸν φέσι του, μὲ τὴν μακρὰν καὶ πολύπτυχον βράκαν του, μὲ τὴν ἄσπρην φανέλαν καὶ μὲ τὴν μεγάλην ζεμπίλαν του. Ὁ ἥλιος μόλις εἶχεν ἀνατείλει, διαλύων τοὺς ἀνερχομένους ἀπὸ τὴν θάλασσαν πρὸς τὴν πρασινίζουσαν ἀκτὴν λευκοὺς ἀτμούς, τὰ ὕδατα ἦσαν ρηχὰ ἀπὸ τὸν ἀσθενῆ ἄνεμον ὅστις ἐφύσα. Ἐφαίνετο τὴν πρωίαν ἐκείνην ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Βορρᾶς εὑρέθη εἰς διάθεσιν φιλοπαίγμονα, θωπεύων μαλακὰ τὴν θάλασσαν. Καὶ ἡ ψυχρὰ ριπὴ δὲν ἦτο δυσάρεστος εἰς τὸν μικρὸν κτηματίαν τὸν ἐπιβαίνοντα τοῦ ὄνου καὶ ἀπερχόμενον εἰς τὸν ἀγρόν του, οὐδὲ εἰς τὸν ζευγηλάτην, τὸν διὰ τῆς φωνῆς ἀποτείνοντα τὰ κελεύσματα εἰς τοὺς βοῦς του:
―Ὤ! Μελίσσ᾿, ὄξου Μαυρομμάτ᾿! καὶ διὰ τοῦ βλέμματος θωπεύοντα τὴν μεγάλην χύτραν μὲ τὰ καλομαγειρευμένα μὲ ἱκανὸν εὐῶδες ἔλαιον φασόλια, καὶ μὲ ἄφθονον κοκκίνην πιπεριάν, τὴν ὁποίαν, μὲ τὸ ἐξησκημένον βλέμμα του, εἶχεν ἀνακαλύψει ἤδη ἐρχομένην ὄπισθεν τῶν θάμνων, ὁλονὲν καὶ πλησιάζουσαν σκεπασμένην καλὰ διὰ νὰ μὴν κρυώσῃ τὸ φαγητόν, ἐπιστέφουσαν τὸν μέγαν κόφινον, ἐπὶ τῶν ὤμων τῆς φιλοτίμου οἰκοκυρᾶς, σχεδὸν ἀρμενίζουσαν ὡς βάρκαν, χωρὶς νὰ φαίνωνται οὔτε αἱ χεῖρες αἱ ὑποβαστάζουσαι οὔτε οἱ πόδες οἱ βηματίζοντες. Ὀλίγαι στιγμαὶ θὰ παρήρχοντο ἀκόμῃ, καὶ ὁ μὲν Μελίσσης καὶ ὁ Μαυρομμάτης, ἀπολυόμενοι πρὸς ὥραν τοῦ ζυγοῦ, θὰ ἔβοσκον μακαρίως παρὰ τὰς χονδρὰς καὶ ὀζώδεις ρίζας τῶν ἐλαιῶν, ὁ δὲ ζευγηλάτης καὶ ὁ βοηθός του, θὰ παρεκάθιζον ἐπιφθόνως ὑπὸ τὸ εὐλογημένον φύλλωμα, καὶ θὰ ἐπειρῶντο ἐγγύτερον τῆς χύτρας.
Ἀλλὰ σύ, φίλε, δὲν προσεῖχες τότε εἰς τὰ τετριμμένα αὐτά, ἀλλ᾿ ἐφθόνεις μᾶλλον τοὺς μικροὺς δεκαετεῖς παῖδας, τοὺς ἀνασηκώνοντας τὴν περισκελίδα ὣς τὸν μηρόν, φέροντας τὰ πέδιλα εἰς τὸ θυλάκιον καὶ θαλασσώνοντας ὑπὲρ τὸ γόνυ εἰς τὸ κῦμα. Ἔβλεπες ἔξαφνα ἕνα τούτων νὰ κύπτῃ νὰ συλλαμβάνῃ μὲ τὴν παλάμην μικρὸν ὀκταπόδιον, νὰ τὸ δαγκάνῃ εἰς τὸν λαιμόν, ν᾿ ἀγωνίζεται ν᾿ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸν καρπὸν τῆς χειρός του τοὺς μυζητῆρας, νὰ τρέχῃ εἰς τὴν ἄμμον καὶ νὰ τὸ κοπανίζῃ γενναίως εἰς τὸν πρῶτον λίθον τὸν ὁποῖον θὰ εὕρισκε, λείψανον παρασυρθέντος ἀπὸ τὰ κύματα ξηρολιθίνου περιβόλου κήπου ἢ ἐρείπιον πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης προκυμαίας. Καὶ ἡ μήτηρ σου ἡ φιλότεκνος ὄχι μόνον δὲν σοῦ ἐπέτρεπε νὰ τρέχῃς, ὅπως ἄλλοι, ἀνυπόδητος καὶ σύ, ἀλλ᾿ ἀπῄτει νὰ φορῇς καὶ κάλτσες. Ὁποῖα δεσμὰ παιδαγωγικῆς δουλοσύνης! Εὐτυχῶς εἶχες πλησίον σου τὸν φίλον σου, τὸν Χριστοδουλήν, ὅστις, ὁμῆλιξ μὲ σέ, ἦτο εὐτυχέστερος κατὰ τοῦτο, ὅτι ἦτο πάντοτε ξυπόλυτος, καὶ οὐδ᾿ ἐφόρει ποτὲ κάλτσες. Φιλότιμον παιδίον! Ἔτρεχε δι᾿ ὅλης τῆς ἡμέρας ἀπὸ γιαλὸν εἰς γιαλόν, ἔβγαζε γρινιάτσες*, πορφύρες καὶ πεταλίδες διὰ δύο, καβούρια διὰ τρεῖς, ὀκταπόδια διὰ τέσσαρες. Καὶ μέρος μὲν αὐτῶν ἔκαμνε δολώματα, διὰ νὰ ψαρεύῃ μὲ τὴν καλαμιὰν ἀπὸ τὸ δειλινὸν ἕως τὸ βράδυ, μέρος δὲ ἐμοιράζετο φιλαδέλφως μὲ σέ. Τὴν πρωίαν ἐκείνην ὀλίγον πρὶν φθάσητε εἰς τὸν μύλον τοῦ Μπαρμπαπαναγιώτη, ὅστις ἵσταται ὡς φρουρὸς παρὰ τὸ δυτικὸν στόμιον τῆς λίμνης, ἐκεῖ ὅπου ἦτο οὐδέτερον ἔδαφος μεταξὺ θαλάσσης καὶ ξηρᾶς, ὁ φίλος σου ὁ Χριστοδουλής, ἐπειδὴ εἰς τὸ μέρος τοῦτο τὰ ὕδατα ἐβαθύνοντο ὀλίγον τι ἀποτόμως, δὲν εὑρίσκετο πολὺ μακρὰν εἰς τὸ κῦμα, καὶ ἅμα εἶδεν ὅτι ἡ Πολύμνια πλησιάσασα ἤρχισε νὰ σοῦ ὁμιλῇ, ἔσπευσε νὰ ἀποβῇ εἰς τὴν ξηρὰν διὰ ν᾿ ἀκούσῃ τί σοῦ ἔλεγε.
Ὁποῖον λεπτοφυὲς σῶμα ἐσκέπαζεν ἡ λειομέταξος ὀρφνὴ ἐσθής! Πῶς διεγράφετο ἁρμονικῶς ἡ μορφή της μὲ χνοώδη πάλλευκον χρῶτα καὶ τὰ ἐρυθρὰ μῆλα τῶν παρειῶν, μὲ τὸν μελίχρυσον λαιμὸν καὶ μὲ τὸ ἐλαφρῶς κολπούμενον στῆθός της! Πόσον ἁβραὶ ἦσαν αἱ χεῖρες, καὶ πόσον μελῳδικὴ ἔπαλλεν εἰς τὸ οὖς σου ἡ θεσπεσία φωνή της! Ἡ ξανθοπλόκαμος κόμη ἀτημέλητος ὀλίγον, ὡς νὰ ἐβιάσθη νὰ καλλωπισθῇ διὰ νὰ ἐξέλθῃ καὶ ἀπολαύσῃ τὴν θαλασσίαν αὔραν καὶ τὸν τερπνὸν τῆς ἀμμουδιᾶς περίπατον, ἀερίζετο ἀπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Βορρᾶ, καὶ τὸ ὄμμα της, μὲ τὰ μακρὰ ματόκλαδα ὡς πτεροφόρος ὀιστός, σ᾿ ἐσαΐτευε γλυκὰ εἰς τὴν καρδίαν. Ἐνθυμεῖσαι! Ὁποῖον αἴσθημα ἐδοκίμασες τότε, καὶ πῶς, δεκατετραετὴς μόλις, ἠρωτεύθης ἤδη; Ἡ Πολύμνια σοῦ ὡμίλησεν! Ἡ Πολύμνια σ᾿ ἐκάλει ὀνομαστί! Ὁποία παιδικὴ μέθη, εὐκόλως παραχθεῖσα διὰ μικρᾶς δόσεως ρευστοῦ! Ἐφαίνετο ὅτι δὲν ἐσήκωνες περισσότερον. Καὶ ὅμως, τὸ πρᾶγμα ἦτο ἁπλούστατον. Ὁ ἀδελφός της, δωδεκαέτης, ἐκεῖνος ἤξευρε τ᾿ ὄνομά σου καὶ εἶπε τίς εἶσαι εἰς τὴν Πολύμνιαν. Καὶ αὕτη δὲν ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἐσαγίτευε τὴν καρδίαν σου, ἂν σοῦ ἀπέτεινε τὸν λόγον, ἀφοῦ μάλιστα ἤθελε νὰ σοῦ ζητήσῃ ἐκδούλευσιν. Ἐν τούτοις ὁ Χριστοδουλὴς ἔτρεξε πλησίον σου, καταβιβάσας ἐν σπουδῇ τὴν περισκελίδα του, ὡς διὰ νὰ μοιρασθῇ τὸ βάρος τῆς εὐτυχίας.
Ἡ μελῳδικὴ φωνὴ τῆς Πολυμνίας εἶπε:
― Ξέρεις, ποῦ εἶναι ἴτσια; Μπορεῖς νὰ μοῦ κόψῃς τίποτε ἴτσια;
Σὺ ἔμενες κεχηνώς.
Ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Χριστοδουλὴς εἶχε φθάσει ἤδη.
― Μπράβο! μπράβο!… κυρία Πολύμνια! Ἐγὼ τὰ ξέρω ποῦ εἶναι τὰ ἴτσια… τώρα νὰ πᾶμε νὰ κόψουμε…
― Θὰ μὲ ὑποχρεώσετε πολύ, ἐπανέλαβε καὶ πρὸς τοὺς δύο ἡ Πολύμνια.
Καὶ ὁ Χριστοδουλὴς ἔτρεξεν ἐλαφρόπους, μὲ τὸ ἓν μπουδονάρι* του ἀνασηκωμένον ἀκόμη ἕως τὸ γόνυ, μὲ τὸ ἄλλο καταβιβασμένον εἰς τὸν ἀστράγαλον, ξυπόλυτος, μὲ τὰ πόδια παπουδιασμένα*, μαῦρα, ψημένα ἀπὸ τὴν ἅλμην τοῦ κύματος. Ἔτρεξες καὶ σὺ κατόπιν του ὀκνός, ἀσθμαίνων, ἀλλ᾿ ἕως νὰ φθάσῃς εἰς τὴν ὄχθην τῆς λίμνης, πατῶν ἐπὶ τοῦ ὀλισθηροῦ βάλτου, γλιστρῶν, ἀνάμεσα εἰς τὲς ἁρμυρῆθρες καὶ εἰς τὲς βουρλιές, ὁ Χριστοδουλὴς εἶχε κόψει ἤδη ὁλόκληρον δεσμίδα ἐκ τῶν πρωίμων εὐωδῶν καὶ μεθυστικῶν ἀνθέων, τὰ ὁποῖα ἐζήτει ἡ Πολύμνια, τρέχων ἀπὸ συστάδα χόρτου εἰς συστάδα, αἵτινες ἐσκίαζον φιλαδέλφως τὰ πτωχὰ ὡραῖα ἄνθη, τὰ τόσον τρυφερὰ καὶ ἀσθενῆ, μὲ τὰ λευκὰ πέταλα καὶ τὸν ὠχρὸν ὕπερον, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο ὡς νὰ παραπονοῦνται διατί νὰ φύωνται εἰς τὸ χῶμα καὶ νὰ εἶναι τόσον χαμαιπετῆ· ὁ Χριστοδουλὴς τὰ ἔκοπτεν ἀσπλάγχνως, ἀνὰ δύο καὶ τρία, μεμειγμένα μὲ χόρτα, καὶ τὰ ἐστοίβαζεν ἐπὶ τῆς ὠλένης τῆς χειρός του, μεταβαίνων ἀπὸ βουρλιὰν εἰς βουρλιάν, βλέπων τὰ βοῦρλα καὶ ἀναστενάζων, διατί νὰ μὴν ἔχῃ ἁλιεύσει μὲ τὰς χεῖράς του τόσες πέρκες, καὶ τριγλία, ὅσα βοῦρλα ἔβλεπε, καὶ διατί νὰ μὴ δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ ταῦτα ὅπως ὁρμαθιάσῃ ἐκεῖνα.
Μέχρις οὗ κατορθώσῃς καὶ σὺ νὰ εὕρῃς ὀλίγα ἴτσια νὰ κόψῃς, ὁ Χριστοδουλὴς εἶχε καταρτίσει ἤδη ὁλόκληρον ἀγκαλίδα, κ᾿ ἐπέστρεφε τρέχων πρὸς τὸν ἀνεμόμυλον, ἐκεῖ ὅπου ἵστατο περιμένουσα μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ της ἡ Πολύμνια. Ἐν τούτοις ἐπρόφθασες καὶ σὺ καὶ τῆς ἔφερες μικράν, ὅση ἠδύνατο νὰ συνθλιβῇ μεταξὺ ἀντίχειρος καὶ λιχανοῦ, δεσμίδα, ἀλλὰ τὸ εὐχαριστῶ τὸ πρὸς σὲ ἦτο, ὡς εἰκός, χλιαρώτερον ἀπὸ τὸ εὐχαριστῶ τὸ πρὸς τὸν φίλον σου. Καὶ οὐχ ἧττον ἔμεινες εὐχαριστημένος, ὀλιγαρκὴς καὶ κυριευόμενος ὑπὸ αὐταρέσκου νάρκης, ὁμωνύμου μὲ τὸ τρυφερὸν ἐκεῖνο ἄνθος, τὸ ὁποῖον ἐζήτει μὲν ἀπὸ σέ, ἔλαβε δὲ ἀπὸ τὸν φίλον σου ἡ Πολύμνια.
* * *
Ἔκτοτε ὁ Χριστοδουλὴς ἠραίωσε κατ᾿ ἀρχάς, εἶτα ὁριστικῶς ἔπαυσε, τὸ μερίδιον, τὸ ὁποῖον σοῦ ἔδιδε τέως ἀπὸ τὰ κογχύλια, ἀπὸ τὰ καβούρια καὶ ἀπὸ τοὺς γωβιούς, σὺ δὲ ἤργησες πολὺ νὰ μάθῃς ὅτι τὰ ἔδιδεν εἰς τὸν Νῖκον, τὸν ἀδελφὸν τῆς Πολυμνίας. Εἰς μάτην τὸν συνώδευες, ὡς πάντοτε, βαδίζων ἐπὶ τῆς ἄμμου, θαλασσώνοντα ἕως τὸν μηρόν, καὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τοῦ ἐφώναζες:
― Κ᾿στοδουλή, βρέ! δὲν ἔβγαλες ἀκόμη κανένα χταπόδι;
Ἐκεῖνος τὰ χταπόδια καὶ τὰ καβουράκια τὰ ἔβαζεν εἰς τὸν φουσκωμένον καὶ βρεγμένον κόλπον τοῦ ὑποκαμίσου του, ἔχων τρόπον νὰ τὰ ψοφᾷ μὲ δαγκωματιὲς καὶ μὲ ἀκρωτηριασμούς, καὶ σοῦ ἔδειχνε μόνον τὲς γρινιάτσες, λέγων ὅτι θὰ ὑπάγῃ ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ μεσημέρι, νὰ ψαρέψῃ μὲ τὴν καλαμιά. Καὶ ὅταν, περὶ τὴν δείλην, τὸν παρεμόνευες, παρὰ τὴν ἀγοράν, ἐπὶ τῆς ἀποβάθρας, κ᾿ ἔβλεπες ἰδίοις ὄμμασι νὰ σπαρταρίζῃ κανεὶς γωβιὸς εἰς τὸ ἄκρον τοῦ ἀγκίστρου του, καὶ τότε σ᾿ ἐγέλα λέγων ὅτι θὰ κάμῃ τὸν γωβιὸν δόλωμα διὰ νὰ βγάλῃ μεγάλα ψάρια. Οὕτω χάνεται ἡ φιλία!
Πολλαὶ πρωίαι διέρρευσαν κατόπιν τῆς πρωίας ἐκείνης τοῦ φθίνοντος Φεβρουαρίου. Ἐπέρασεν ὁλόκληρος ὁ Μάρτιος, ἦλθε καὶ τὸ Πάσχα, παρῆλθε καὶ ὁ Ἀπρίλιος, καὶ ἡ Πολύμνια δὲν ἐξῆλθε πλέον εἰς περίπατον πρὸς τὴν παραθαλασσίαν τοῦ ναυπηγείου. Εἰς μάτην ἔτρεχες τακτικὰ κάθε πρωίαν κ᾿ ἑσπέραν εἰς τὴν ἀμμουδιὰν ἐκείνην. Ἡ Πολύμνια καθὼς ἀργὰ ἔμαθες εἶχεν ἀρρωστήσει ἀρχομένου τοῦ ἔαρος, κατὰ τὴν συμβουλὴν δὲ τῶν ἰατρῶν εἶχε κάμει, περὶ τὸν Μάιον, ταξίδιον μετὰ τῆς θείας της, τῆς συνταξιούχου, χήρας ἀντιπλοιάρχου τοῦ Β. στόλου, διὰ ν᾿ ἀλλάξῃ τὸν ἀέρα. Τρία μεγάλα σκάφη εἶχαν σκαρωθῆ ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τοῦ Μαρτίου, καὶ σὺ δὲν ἔπαυες νὰ τρέχῃς καθ᾿ ἑκάστην ἕως τὸ ναυπηγεῖον, σταματῶν ἐπὶ ὥρας πολλάκις παρὰ τὸν ἀνεμόμυλον, καθεζόμενος ἐπὶ τῶν κάτω κειμένων καταρτίων πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης γολέτας, ἀναπολῶν ὅτι εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἐστάθη πρὸ μηνῶν ἡ Πολύμνια, ὅταν σοῦ ἐζήτησε νὰ δρέψῃς πρὸς χάριν της ἴτσια· ἀλλ᾿ ἡ Πολύμνια ἦτο μακρὰν ἀποῦσα. Μόνον περὶ τὰ μέσα τοῦ Αὐγούστου, ὅτε τὸ τρίτον καὶ ὀγκωδέστατον τῶν ναυπηγηθέντων πλοίων εἶχε τελειώσει ἤδη, ἐπῆγες καὶ σὺ μετὰ πολλοῦ πλήθους εἰς τὸ ναυπηγεῖον, ὅπως ἴδῃς τὴν καθέλκυσιν τοῦ μεγάλου σκάφους. Τὸ θέαμα ἦτο ἐπιβλητικόν, ὅπως λέγουσι σήμερον. Ὅλη ἡ πολίχνη εἶχεν ἐρημωθῆ σχεδόν, καὶ κόσμος πολυάριθμος ἐπλήρου τὴν μεγάλην μεταξὺ τῆς λίμνης καὶ τοῦ λιμένος λωρίδα. Ἐκεῖθεν τοῦ σκάφους, ὁ ἥλιος ἦτο ἤδη δύο κοντάρια ὑψηλά, καὶ ἵσταντο οἱ τραχεῖς, οἱ σκληραγωγημένοι ναῦται καὶ χειρώνακτες, συμπληροῦντες τὸ παλάμισμα* τῆς καρίνας, ἀποκαρφώνοντες τὰ βάζια* ἢ ὑποσκάπτοντες εἰς τὴν βάσιν, ὅπως εἶναι ἕτοιμα πρὸς πτῶσιν τὰ κοντοστύλια*. Ἐντεῦθεν τοῦ σκάφους, ὅπου βαθμηδὸν ἠλαττοῦτο ἡ σκιά, ἵσταντο, πλὴν τῶν συνεργατῶν τῆς καθελκύσεως, καὶ οἱ θεαταί, καὶ οὐκ ὀλίγαι γυναῖκες, ἐλθοῦσαι πρὸς τέρψιν. Ὁποῖος τότε παλμὸς διέσεισε τὰ στήθη σου, ὅταν, μεταξὺ αὐτῶν, ἀνεγνώρισες, ὑπὸ κοκκίνην ὀμβρέλαν, τὴν περικαλλῆ μορφὴν τῆς Πολυμνίας! Εἶχεν ἐπιστρέψει ἀπὸ τὸ ταξίδιον χωρὶς νὰ τὸ μάθῃς. Ὁ Χριστοδουλής, ὅστις ἐπῆγε μὲ τὴν βάρκα εἰς τὸ ἀτμόπλοιον, τὴν εἶχεν ἰδεῖ, ἀλλὰ δὲν σοῦ τὸ εἶπε. Καὶ ὅμως, ᾐσθάνθης εἰς τὰ ἐνδόμυχά σου κρυφὸν καὶ ἀνεξομολόγητον εὐτυχίας αἴσθημα, ὅταν τὴν ἐπανεῖδες!
Ἐν τούτοις τὸ παλάμισμα εἶχε συμπληρωθῆ, τὰ βάζια ἦσαν ὅλα καρφωμένα, ἡ σκάρα μὲ τὰ βουβὰ λίπος ἀλειμμένα, ἦτο στρωμένη πρὸ πολλοῦ. Ὁ πρωτομάστορης μὲ τὸν βαριὸν ἔκαμε τοὺς νενομισμένους τρεῖς σταυροὺς εἰς τὸ πηδάλιον, καὶ ἔδωκε τὸν πρῶτον κτύπον τῆς ὠθήσεως εἰς τὸ πελώριον σκάφος. Συγχρόνως ἔπεσαν ἐν ἀκαρεῖ τὰ κοντοστύλια ὅλα. Ἡ καπετάνισσα, ὡραία, μελαγχροινή, μικρόσωμος, φορέσασα ὡς νέα ἀκόμη, διὰ τὴν περίστασιν, πλήρη τὴν νυμφικὴν στολήν της, μὲ τὸ λευκὸν ἀναφὲς καὶ αἰθερόπλαστον ἀλέμι*, τὴν χρυσοκέντητον σκούφιαν, εἰκονίζουσαν γάστραν μὲ ἄνθη καὶ μὲ κλῶνας, τὸ βελούδινον βαβουκλὶ* μὲ τὰ χρυσοΰφαντα προμάνικα* ἀνασηκωμένα, τὴν βυσσινόχρουν ὁλομέταξον καὶ χρυσοκέντητον τραχηλιάν, τὴν ζώνην μὲ τ᾿ ἀργυρᾶ καὶ μαλαμοκαπνισμένα τσαπράκια*, τὸ φουστάνι τὸ χαρένιο* μὲ τὸ ὁλόχρυσον ποδογύρι* τρεῖς σπιθαμὲς πλατύ, κρατοῦσα μέγαν ἐπάργυρον δίσκον διὰ τῆς ἀριστερᾶς, περιῆλθεν ὁλόγυρα τὸ πλοῖον καὶ ἔρρανε διὰ τῆς δεξιᾶς, μὲ κοφέτα καὶ μὲ ὀρύζιον, τὴν πρῷραν, τὴν πρύμνην, τὴν τρόπιν καὶ τὰς πλευρὰς τοῦ σκάφους. Οἱ ναῦται, οἱ ναυπηγοὶ καὶ πολλοὶ τῶν θεατῶν, ὡς σταφυλαὶ εἰς κλῆμα, ὡς μολυβῆθραι ἐπὶ σαγήνης ἁλιευτικῆς, ἐπιάσθησαν ἀπὸ τὸ παλάγκο*, καὶ ἤρχισαν νὰ σύρωσι τὸν χονδρὸν κάλων νεύοντες ὅλοι πρὸς τὴν θάλασσαν, ἐπαναλαμβάνοντες ἐν ρυθμῷ τὸ κέλευσμα: «Ἔ! γιάσαλέσα! Ἔ! γιούργια!» Ἐν τούτοις, εἴτε διότι τὸ ἔδαφος, ἐφ᾿ οὗ εἶχε σκαρωθῆ τὸ πλοῖον, δὲν ἦτο ἀρκετὰ κατωφερές, εἴτε διὰ τὴν ἀτέλειαν τῶν κινητηρίων μέσων, τὸ σκάφος, ἐστέναζεν, ἐστέναζε, καὶ δὲν ἐκινεῖτο. Παρῆλθον ὀλίγα λεπτά, ἡ δύναμις ἐδιπλασιάσθη· ὁ μέγας ὄγκος ἐκινήθη ὀλίγον ἕως δύο σπιθαμές, τὸ παλάγκον ἐκόπη ἀπὸ τὴν βίαν τοῦ ἑλκυσμοῦ, ἡ γούμενα* μὲ τοὺς δύο μακαράδες* ἔμεινεν ἄπρακτος περὶ τὴν πρύμνην, οἱ ἡμίσεις τῶν ἀνθρώπων δυσμόθεν τοῦ σκάφους ἔπεσαν εἰς τὴν ἄμμον πρὸς τὸ μέρος τῆς θαλάσσης καὶ οἱ ἄλλοι ἡμίσεις ἔμειναν μὲ τὸ παλάγκον εἰς τὰς χεῖρας πρὸς τὸ μέρος τῆς λίμνης, καγχασμοὶ καὶ γογγυσμοὶ τῶν πεσόντων, ὧν τινες ἐμωλωπίσθησαν ἐλαφρῶς εἰς τὸν δεξιὸν βραχίονα ἢ τὴν πλευράν, ὁ πλοίαρχος κάθιδρως, ἡλιοκαής, ἀξιολύπητος, ἐστενοχωρεῖτο φοβερά, καὶ ὁ καπετὰν Δημήτρης ὁ Κασσανδριανός, ὅστις μὲ τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν*, μὲ τὸ τσόχινον πανωβράκι του, μὲ τὰ ὑψηλὰ μέχρι τοῦ γόνατος ὑποδήματά του, τὰ ὁποῖα ἠγάπα νὰ φορῇ χειμῶνα καὶ θέρος, εἶχεν ἔλθει νὰ πρωτοστατήσῃ εἰς τὴν καθέλκυσιν τοῦ σκάφους, καὶ δὲν εἶχε παύσει ἀπὸ πρωίας νὰ δίδῃ ὁδηγίας καὶ συμβουλάς, ἰδὼν τὸ ἀτύχημα ἐστέναξε καὶ βραδύγλωσσος ἐπεφώνησε:
― Πφού! σκ᾿ληκομυρμηγκότρυπα!
Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχαν ἁμματίσει τὸ παλάγκο, καὶ πάλιν νέα προσπάθεια κατεβλήθη. Ἀλλὰ δὲν παρῆλθον ὀλίγα λεπτὰ καὶ τὸ παλάγκο ἐκόπη εἰς ἄλλο μέρος, ὄχι ἐκεῖ ὅπου τὸ εἶχαν ἀρτίως ἁμματίσει. Ἔφεραν νέον παλάγκο, ἐνῷ ὁ πλοίαρχος, μὴ εὐκαιρῶν νὰ σπογγίσῃ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου του, δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ ἐνθυμηθῇ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν ἀκούσιον ἐκείνην ἀρὰν «Καλὸ μπλέξιμο!» καὶ βεβαίως ἂν εἶχεν ἐμπρός του, αὐτὴν τὴν φοράν, τὸν Ἀλέξανδρον τὸν Χάραυλον, κακὸ μπλέξιμο θὰ εἶχε μαζί του. Ὁ δὲ καπετὰν Δημήτρης μὲ τὸ τσιμπούκι του, ἱστάμενος παρὰ τὴν καλύβην τοῦ γύφτου, κάτωθεν τῆς πρύμνης, ἐπανελάμβανε:
― Πφού! σκ᾿ληκομυρμηγκότρυπα…
Οἱ δύο ἱερεῖς, πρῴην ναυτικοί, οἵτινες εἶχαν ἀναρρίψει τὰ ἐπιτραχήλια ἐπὶ τὸν δεξιὸν ὦμον, καὶ εἶχαν ἀναβῆ ἐλαφροὶ εἰς τὸ κατάστρωμα, τελειώσαντες τὸν ἁγιασμόν, ἐπλησίασαν εἰς τὴν κωπαστὴν κ᾿ ἔβλεπαν τὰ συμβαίνοντα, διότι, καταρριφθείσης ἤδη καὶ τῆς προχείρου κλίμακος, ἔμελλον νὰ μείνωσι ἐπὶ τοῦ πλοίου, καὶ δὲν θὰ κατέβαιναν πρὶν πέσῃ τὸ πλοῖον εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ δυνηθῶσι νὰ κατέλθωσι, μὲ τὰς ἱερὰς εἰκόνας, εἰς τὴν βάρκαν. Πλῆθος δὲ ἀπὸ ἀθερίνες ―παιδία ὀκταετῆ καὶ δεκαετῆ― ἔτρεχαν ἐμπρὸς ὀπίσω ἐπὶ τοῦ καταστρώματος, βοηθοῦντα διὰ τοῦ μέσου τούτου εἰς τὴν καθέλκυσιν τοῦ πλοίου.
Τέλος, μετὰ πολλοὺς ἀγῶνας, καὶ τῇ ἐφαρμογῇ πολλῶν θεραπευτικῶν μέσων, τὸ μέγα πλοῖον, ἀργὰ ἀργά, ὡς καμαρωμένη νύμφη, ἔπεσεν εἰς τὴν θάλασσαν. Μέγας τότε ὁ ἀλαλαγμός, γυναικῶν σταυροκοπουμένων, παιδίων σκιρτώντων, ἀνδρῶν τρεχόντων ὀπίσω τῆς πρύμνης ὡς νὰ ἤθελον διὰ τοῦ δρόμου τούτου νὰ ἐκπτοήσωσι καὶ νὰ πειθαναγκάσωσι τὸ πλοῖον νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν. Καὶ ὁ μέγας καραβόσκυλος, ὁ Τσοῦρμος, τρέχων καὶ αὐτὸς ὅσον τοῦ ἐπέτρεπεν ἡ ἄκρα ἔντασις τῆς ἁλύσεώς του, ἐγαύγιζε μανιωδῶς προπέμπων τὸ πλοῖον ἐφ᾿ οὗ ἐντὸς τῆς ἡμέρας ἔμελλε νὰ μεταφερθῇ. Καὶ ἐνῷ ὅλοι ἔτρεχαν πρὸς τὴν θάλασσαν κατόπιν τοῦ ὀλισθαίνοντος καὶ καταφερομένου διὰ τῆς ἐσχάρας σκάφους, εἷς μόνος ἐστράφη αἴφνης, κρατῶν τὸν βαριόν του, καὶ ἔτρεξε πρὸς τὴν ἀντίθετον διεύθυνσιν, πρὸς τὴν ξηράν, ὡς διὰ νὰ κρυβῇ εἰς τὴν καλύβην τοῦ πλοιάρχου, τὴν χρησιμεύουσαν ὡς ἀποθήκην καὶ διὰ τὸν ὕπνον τοῦ νυκτερινοῦ φύλακος. Ὁ τρέχων οὕτως ἦτο αὐτὸς ὁ πρωτομάστορης, καὶ ἔτρεχεν οὐχὶ δι᾿ ἄλλον λόγον, ἢ διὰ νὰ μὴ συμμερισθῇ τὸ λουτρὸν τοῦ πλοιάρχου, τὸ ὁποῖον τινὲς ἐζήτουν κατ᾿ ἔθος νὰ ἐπεκτείνωσι καὶ εἰς αὐτόν. Ἠκούσθη δὲ τότε αἴφνης μεγάλη φωνή, δεσπόσασα ὅλου τοῦ παμμιγοῦς θορύβου:
― Τὸν καπετάνιο στὸ γιαλό!
Ἡ φωνὴ αὕτη ἐξῆλθεν ἐκ πολλῶν στομάτων συγχρόνως. Ὁ καπετὰν Γιωργάκης, ἐνδίδων εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ πλήθους, ἀπορρίψας τὰ ἐλαφρὰ ὑποδήματά του, ἔτρεξεν ἐπὶ τῆς σκάρας, πατῶν ἐπὶ τῶν ὀνύχων, ὄπισθεν τῆς πρύμνης, καὶ τὴν στιγμὴν καθ᾿ ἣν ἡ πρύμνη ἀπηλλάσσετο τέλος τῆς ἐσχάρας καὶ τὸ σκάφος, φέρον ὑπερήφανον τὴν κυανόλευκον ἐπὶ κονταρίου μετ᾿ ἐρυθροῦ σταυροῦ, ἐβαπτίζετο τὸ πρῶτον εἰς τὸ κῦμα, ἐρρίφθη μὲ ὅλα τὰ ἐνδύματά του κατὰ κεφαλῆς εἰς τὴν θάλασσαν, βυθισθεὶς πρῶτον, εἶτα εὐθὺς ἀνελθὼν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, καὶ ἀφοῦ ἐκολύμβησε δύο ἢ τρεῖς γύρες, ἐπέστρεψεν εἰς τὰ ρηχά, ἐπάτησεν εἰς τὴν ἄμμον, ἀπέβη εἰς τὴν ξηράν, καὶ ὑπὸ τοὺς ἀλαλαγμοὺς τοῦ πλήθους ἔτρεξεν εἰς τὴν καλύβην ὅπου εἰς τὴν στιγμὴν ἤλλαξε τὰ βρεγμένα ἀμπαδίτικα κ᾿ ἐφόρεσε τὰ κυριακάτικα.
Εἰς ὅλα ταῦτα ἦσο παρών, φίλε, καὶ ὅλα σχεδὸν δὲν τὰ ἔβλεπες. Ἡ καρδία σου, ἡ φαντασία σου, οἱ ὀφθαλμοί σου ἦσαν προσκεκολλημένα εἰς ἐκείνην ἥτις ἐφόρει τότε λινομέταξον θερινὴν ἐσθῆτα κ᾿ ἐσκιάζετο ἀπὸ τὸ κόκκινον παρασόλι. Μόνον οἱ ἀλαλαγμοὶ τοῦ πλήθους σὲ ἀπέσπασαν ἀπὸ τῆς βυθίας θεωρίας σου, ὅταν τὸ πλοῖον εἶχε πέσει εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ὁ πλοίαρχος ἔγινεν ὑποβρύχιος κατόπιν αὐτοῦ. Ἀλλ᾿ ἅπαξ ἐξυπνήσας, εἶδες, φεῦ! καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον πολλοὶ τῶν παρεστώτων δὲν παρετήρησαν. Κατόπιν τοῦ πλοιάρχου, τρέξας, μετ᾿ ἀλλοκότου ἐνθουσιασμοῦ, ρήξας κραυγὴν ἡδονῆς καὶ θριάμβου, ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν νέος τις, μόλις δεκαπενταέτης. Ἦτο ὁ Κ᾿στοδουλής, ὁ παιδικὸς φίλος σου. Πόθεν ἆρα ὡρμήθη νὰ τὸ κάμῃ; Ἴσως διότι ἤλπιζε διὰ τῆς ἐθελοθυσίας ταύτης, τῆς προσφερομένης εἰς τὴν φειδωλὴν Μοῖραν, ν᾿ ἀξιωθῇ νὰ γίνῃ καὶ αὐτὸς πλοίαρχος μίαν ἡμέραν; Ἴσως καὶ ἁπλῶς διὰ νὰ τὸν ἰδῇ ἡ Πολύμνια; Οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο. Ὁ Χριστοδουλὴς εἶχεν ἔλθει ὀλίγον ἀργὰ εἰς τὸ ναυπηγεῖον, ὅταν εἶχεν ἀφαιρεθῆ ἡ σανὶς ἡ χρησιμεύουσα ὡς κλῖμαξ καὶ αἱ ἀντηρίδες εἶχαν ἤδη ὑποσκαφῆ. ᾘσθάνετο δὲ ἀκατανίκητον ἐπιθυμίαν ν᾿ ἀναβῇ εἰς τὸ καράβι. Τί νὰ κάμῃ; Δὶς καὶ τρὶς ἐδοκίμασε νὰ προσκολληθῇ πότε εἰς ἓν πότε εἰς ἄλλο κοντοστύλι, ἂς ἦτο καὶ ἡ βάσις των ἐπισφαλής, καὶ ν᾿ ἀναρριχηθῇ τολμηρῶς ἕως τὴν κωπαστὴν τοῦ καραβιοῦ. Δὶς καὶ τρὶς τὸν εἶδον, πότε ὁ πρωτομάστορης, πότε εἷς τῶν μαραγκῶν, καὶ μετ᾿ αὐστηρότητος τὸν ἐμπόδισαν. Τότε τί νὰ κάμῃ καὶ αὐτός; Ἀφοῦ δὲν ἠξιώθη ν᾿ ἀναβῇ ἐγκαίρως εἰς τὸ πλοῖον, ἐπαρηγορήθη ριφθεὶς εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀκολουθήσας τὸ σκάφος εἰς τὸν δρόμον του. Ἐν τούτοις σὺ ᾐσθάνθης πικρὸν νυγμὸν ζηλοτυπίας. Ἡ καρδία σου ἐπληγώθη ἀπὸ τὸ παιδαριῶδες τοῦτο κατόρθωμα. Πτωχὸς Χριστοδουλής! Τί τοῦ εἶχεν ἔλθει; Καὶ οὔτε ἐξῆλθεν εἰς τὴν ξηρὰν διὰ ν᾿ ἀλλάξῃ, ὅπου ἄλλως δὲν θὰ εὕρισκεν ἐνδύματα, ἀλλ᾿ ἠκολούθησε κολυμβῶν τὸ ἀπομακρυνθὲν πλοῖον, μὲ τὸ ὑποκάμισον καὶ τὴν περισκελίδα φουσκωμένα ὡς πανία βάρκας, ὑπεράνω τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης, εἶτα δὲ ἀνελθὼν εἰς λέμβον, ἐζήτησε διὰ νευμάτων ἀπὸ τοὺς ἐπὶ τοῦ πλοίου θριαμβευτικῶς ἀλαλάζοντας παῖδας νὰ τοῦ ρίψωσιν ἐνδύματα· μικρὸς μοῦτσος, εὐσπλαγχνισθείς, τοῦ ἔρριψεν ὑποκάμισον καὶ περισκελίδα ἰδικά του, καὶ ὁ Χριστοδουλής, ἀφοῦ ἤλλαξε, προσεκολλήθη εἰς μίαν τῶν πλευρῶν, καὶ πιασθεὶς ἀπὸ σχοινίου, ἀνῆλθε θριαμβεύων εἰς τὸ ὑψηλὸν καὶ ἀνερμάτιστον σκάφος.
Τὸ πλῆθος εἰς τὸ ναυπηγεῖον συνωθεῖτο τώρα περὶ τὴν καλύβην τοῦ πλοιάρχου, ὅπου ἡ μεγαλοπρεπῶς στολισμένη καπετάνισσα μετὰ προθυμίας καὶ ἁβρότητος προσέφερεν εἰς ὅλους γλυκύσματα καὶ ποτά. Ἀλλὰ σὺ ᾐσθάνεσο τόσην πικρίαν εἰς τὸν οὐρανίσκον ὡς νὰ εἶχεν ἀναβῆ ἡ χολή σου ὅλη κ᾿ ἐχύθη προώρως εἰς τὸ στόμα σου. Καὶ ἐπιστρέφουσαν εἰς τὴν πόλιν ἠκολούθησες μακρόθεν τὴν Πολύμνιαν, τὴν ὁποίαν εἶχες ἰδεῖ μειδιῶσαν πρὸς τὴν τρέλαν τοῦ παιδικοῦ σου φίλου, καὶ τὴν εἶχες ἀκούσει ψιθυρίζουσαν: «Τί παράξενο παιδί, αὐτὸς ὁ Χριστοδουλής!»
* * *
Δὲν ἦτο αὕτη ἡ μόνη φορὰ καθ᾿ ἣν ὁ Χριστοδουλὴς ἐρρίφθη εἰς τὸ ὕδωρ μὲ ὅλα τὰ ἐνδύματά του, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς Πολυμνίας ἢ καὶ χάριν αὐτῆς. Ὀλίγας ἡμέρας ὕστερον, μίαν Κυριακὴν περὶ τὰ τέλη Αὐγούστου, ὁ Παρρήσης ὁ καλλιεργητὴς τοῦ σικυῶνος, καλόκαρδος, ἄφροντις, μελαψός, μὲ μακρὰν τὴν φούντα τοῦ φεσιοῦ κρεμαμένην ἐπὶ τοῦ ὤμου, καὶ ὁ Λούκας ὁ ἐκμισθωτὴς τῆς λίμνης, ὑψηλόκορμος, μὲ μακρὰ σκέλη, μὲ λινόχρουν τὸν μακρὸν πέραν τῶν ὤτων μύστακα, μὲ ἀστακοῦ βρασμένου τὸν χρῶτα τοῦ προσώπου, εἶχαν καθίσει καθὼς πολὺ συχνὰ τὸ ἐσυνήθιζαν «νὰ τὸ κλάψουν» ὀλίγον, παρὰ τὸ χεῖλος τῆς λίμνης, ὑπὸ τὴν δροσερὰν ἀναδενδράδα, ἔξωθεν τῆς καλύβης των. Ὁ ἥλιος ἔκλινε πρὸς τὴν δύσιν, καὶ ἀπὸ μιᾶς ὥρας ἤδη εἶχον δώσει καὶ λάβει ἐναλλὰξ πολλοὺς ἀδελφικοὺς ἀσπασμοὺς εἰς τὰ χείλη τῆς φλάσκας, ἥτις ἦτο τετραόκαδος καὶ εἶχε κομισθῆ ἀρτίως ἐκ τῆς πολίχνης πλήρης μοσχάτου. Ὁ πιστὸς φίλος των, ὁ Ἀργύρης, ὁ συνιδιοκτήτης τοῦ ἀνεμομύλου, τοὺς εἶχεν ἐπισκεφθῆ πρὸ μικροῦ μὲ τὰ ἀστεῖά του, καὶ εἰς τὸν μὲν Λούκαν εἶχε προσφέρει τσιγάρον μετὰ πυρίτιδος, ὅπερ ἀνάψας ἐκεῖνος ἔκαυσεν ὀλίγον διὰ τῆς ἐκρήξεως τὸν πυρρὸν μύστακά του, καὶ ἀτάραχος εἶπε: «Ζαρὰρ γιόκ!»*, εἰς τὸν Παρρήσην δὲ εἶχεν ἐπιδώσει σπασμένην γκάιδαν, προτρέπων αὐτὸν «νὰ παίξῃ κανένα χαβά», ἀλλ᾿ ὅσον καὶ ἂν ἠγωνίζετο πνευστιῶν ὁ Παρρήσης, ἡ γκάιδα οὐδένα ἐξέβαλλε φθόγγον. Τέλος, ὁ Ἀργύρης, εἶπε: «δὲ φελᾶτε τίποτε, κ᾿ οἱ δυό σας, κρῖμα σ᾿ ἐσᾶς, κρῖμας!» Καὶ προσποιηθεὶς δυσαρέσκειαν ἀπῆλθεν. Οἱ δύο φίλοι ἔμειναν μόνοι ἐξακολουθοῦντες νὰ ἐκκενῶσι σιγὰ σιγὰ καὶ μεθοδικῶς τὴν φλάσκαν. Εἶχαν ψήσει εἰς ἀνθρακιὰν ἡμίσειαν δωδεκάδα κεφαλόπουλα, καὶ οὐκ ὀλίγα καβούρια, καὶ τὸ μοσχᾶτον κατέβαινε μιὰ χαρὰ κάτω. Εἶχαν ἐνθυμηθῆ παλαιὰς ἱστορίας, διηγοῦντο πρὸς ἀλλήλους τὰ παθήματά των, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον τελειωμόν. Ὁ Παρρήσης μάλιστα, ἐξαρθεὶς ἀπὸ τῆς πεζότητος, ἐτραγούδει κατὰ προτίμησιν «μερακλίδικα» τραγούδια, οἷον τὸν στίχον:
Σὰν κλῆμα μὲ κλαδεύουνε καὶ κλαδεμοὺς δὲν ἔχω.
Ἔλεγαν δὲ πρὸς ἀλλήλους: «Θυμᾶσαι, καρδάσ᾿*, τοῦτο; Θυμᾶσαι, γιολδάσ᾿*, αὐτό;» Ὅταν εἶναί τις μὲ τὸν ἄριστον φίλον του εἰς ὡραίαν ἐξοχήν, συμπαραστατούσης καὶ φλάσκας μὲ μοσχᾶτον, λησμονεῖ τὰ πάντα, καὶ οἱ δύο ἄνδρες οὐδ᾿ ὑπώπτευαν ὅτι τοὺς ἔβλεπέ τις, ὅπερ ἄλλως τοὺς ἦτο ἀδιάφορον. Ἀλλ᾿ ὄπισθεν τῶν καλαμώνων, ἐπὶ τῆς ἀντιπέραν ὄχθης, ἥμισυ μίλιον μακράν, ἦτο χωμένος ἀπὸ δύο ὡρῶν, ἀφανής, ὁ παιδικὸς φίλος σου, ὁ Χριστοδουλής. Τί ἐζήτει ἐκεῖ; Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα παρεμόνευε πότε θ᾿ ἀπεμακρύνοντο πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τῆς ὄχθης ὁ Παρρήσης καὶ ὁ Λούκας, διὰ νὰ χωθῇ γοργὰ εἰς τὴν λίμνην, καὶ κλέψῃ, ὁ πονηρός, κανένα ἔγχελυν ἢ κεφαλόπουλά τινα καὶ ὀλίγα καβούρια. Ἀλλὰ μάτην ἐπερίμενε, καὶ ἤδη εἶχεν ἀποφασίσει, ἀναγνωρίσας μακρόθεν τὴν τσότραν καὶ ἐλπίζων ὅτι οἱ δύο φίλοι, ἐν τῇ εὐθυμίᾳ των, δὲν θὰ τὸν ἔβλεπον, νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸ τόλμημα καὶ ἀπέναντι αὐτῶν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀπροσδόκητον συμβὰν εἵλκυσε τὴν προσοχήν του.
Ἤγγιζεν ὁ ἣλιος εἰς τὴν δύσιν, ὅταν εἰς τὴν καλύβην, ἔξωθεν τῆς ὁποίας ἐκάθηντο οἱ δύο συμπόται, ἐπλησίασε γυνή τις συνοδευομένη ὑπὸ μειρακίου. Ἐφόρει λευκὴν ἐσθῆτα κ᾿ ἐκράτει κόκκινον παρασόλι, καὶ ὁ Χριστοδουλὴς μὲ ὅλην τὴν ἀπόστασιν, τὴν ἀνεγνώρισεν εὐθύς. Ἦτο ἡ Πολύμνια μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ της, τοῦ Νίκου. Οἱ δύο ἄνδρες ἐσηκώθησαν εὐθύς, κ᾿ ἐκ τῶν νευμάτων καὶ ὑποκλίσεών των, ἐνόησεν ὁ Χριστοδουλής, χωμένος μέσα εἰς τὲς καλαμιές, ὅτι τὴν ἐπεριποιοῦντο καὶ ἦσαν πρόθυμοι εἰς τοὺς ὁρισμούς της. Ὀλίγαι παρῆλθον στιγμαί, καὶ βλέπει τὴν Πολύμνιαν νὰ πηδήσῃ καὶ νὰ ἐπιβῇ εἰς τὴν μικρὰν φελούκαν, εἶδος σκάφης μ᾿ ἐπίπεδον τὸ κύτος, χωρὶς καρίναν, ἥτις ἦτο δεδεμένη εἰς τὸ χεῖλος τῆς λίμνης, οὐ μακρὰν τῆς καλύβης, καὶ ἧς ἐπιβαίνων ὁ Λούκας ἐθήρευεν ἀνὰ τὴν λίμνην τοὺς ἐγχέλεις 〈καὶ〉 τὰ κεφαλόπουλα. Κατόπιν τῆς νεάνιδος, ὁ μικρὸς ἀδελφός της, λύσας τὴν μπαρούμα, ἐπέβη, καὶ λαβὼν τὸ κοντάριον, ἤρχισε ν᾿ ἀβαράρῃ* εἰς τὸν βυθὸν τῆς ἀβαθοῦς λίμνης. Ὁ Χριστοδουλὴς ἐσυμπέρανεν ὀρθῶς ὅτι τῆς Πολυμνίας θὰ τῆς εἶχεν ἔλθει ἡ φαντασία νὰ κάμῃ μίαν φορὰν μὲ τὴν φελούκαν περίπατον ἐπὶ τῆς λίμνης, καὶ ὁ Λούκας, εὐδιάθετος εὑρεθείς, τῆς ἔδωκε τὴν ἄδειαν.
Ἡ μικρὰ σκάφη ἀπεμακρύνθη πρὸς τὸ κέντρον τῆς λίμνης, οἱ δύο ἄνδρες καθίσαντες ἐκ νέου, ἠσχολοῦντο ν᾿ ἀποτελειώσουν τὴν φλάσκαν, καὶ ὁ Χριστοδουλὴς κρυμμένος εἰς τοὺς καλαμῶνας, ἔβλεπε θαυμάζων, ὅπως θὰ ἐθαύμαζες σύ, τὸ χαριέστατον σύμπλεγμα τῆς νεάνιδος καὶ τοῦ μικροῦ ἀδελφοῦ της, ἐξακολουθοῦντος, μὲ ὅλην του τὴν δύναμιν, διὰ τοῦ κονταρίου ν᾿ ἀντωθῇ τὸν πυθμένα. Ἡ Πολύμνια ἐφαίνετο ἀκτινοβολοῦσα ἐκ χαρᾶς. Ὁ περίπατος οὗτος τὴν ηὔφραινε, τὴν κατεγοήτευεν, ὡς τὰ ἀθύρματα τὰς τριετεῖς κορασίδας, ἐνῷ ὁ ἀδελφός της ἐφαίνετο αἰσθανόμενος ἴσην χαρὰν μὲ τὰ ἑπταετῆ παιδία, τὰ ὁποῖα φεύγοντα τὸ σχολεῖον, μὲ τὸν φύλακα* ἀνηρτημένον ὑπὸ τὴν μασχάλην, εὑρίσκουσιν ἄφατον ἡδονὴν νὰ τρέχουν εἰς τὲς ἀκρογιαλιὲς καὶ εἰς τοὺς βάλτους, καὶ νὰ καραβίζουν* μὲ σμικρότατα κομψὰ καραβάκια, τὰ ὁποῖα οἱ ἐπιδεξιώτεροι μεταξύ των κατασκευάζουσιν. Ὁ Χριστοδουλὴς ἐλησμόνησε τὰ χέλια, τὰ καβουράκια καὶ τὰ κεφαλόπουλα, τὰ ὁποῖα διενοεῖτο νὰ κλέψῃ, καὶ δὲν ἐχόρταινε νὰ βλέπῃ τὴν παιδικὴν ἐκείνην ἐπὶ τῆς λίμνης περιπλάνησιν. Ἀλλὰ δὲν τοῦ διέφυγε καὶ ἡ ἀτζαμωσύνη τοῦ Νίκου, ὅστις δὲν ἤξευρε ν᾿ ἀβαράρῃ κανονικὰ καθὼς ἔπρεπε, καὶ χωμένος μέσα εἰς τοὺς καλαμῶνας ὁ παιδικὸς φίλος σου ἐστέναζε κ᾿ ἔλεγεν: «Ἄ! νὰ ἤμουν ἐγώ!…»
* * *
Ἐκεῖ, εἰς μίαν στιγμήν, καθὼς ἀβαράριζεν ἀδεξίως ὁ Νῖκος, ἡ φελούκα περιεπλάκη εἰς συστάδα λιμναίων χόρτων, ὑψηλῶν, σχεδὸν ἕως τὴν ἐπιφάνειαν, καὶ ὁ Νῖκος ἔκαμνεν, ἔκαμνε ν᾿ ἀβαράρῃ, καὶ ὅσον ἀβαράριζε, τόσον χειρότερα περιεπλέκετο ἡ φελούκα, καὶ τὸ κοντάριον δὲν εὕρισκε πλέον πυθμένα, καὶ τέλος τὸ κοντάριον περιεπλάκη καὶ αὐτὸ εἰς τὰ πολύκλαδα, ἁδρά, μέλανα ἐκεῖνα χόρτα, καὶ ὁ Νῖκος εἰς μάτην ἐπάσχιζε ν᾿ ἀπαλλάξῃ ἐκεῖθεν τὸ κοντάριον, καὶ ὅσον ἐτράβα ὁ Νῖκος, τόσον τὸ κοντάρι ἔφευγεν ἀπὸ τὰς χεῖράς του, ἑωσοῦ ἔπεσεν ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς δακτύλους, καὶ τὸ μισὸν ἦτο ἐμπλεγμένον κάτω, τὸ μισὸν ἔπλεεν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Ἡ Πολύμνια ἐγερθεῖσα μὲ προφύλαξιν ἔκυψε διὰ νὰ ἴδῃ ποῦ ἐπῆγε τὸ κοντάριον, ἀπὸ τὴν αὐτὴν πλευρὰν τῆς φελούκας, πρὸς ἣν ἵστατο καὶ ὁ Νῖκος, ἀλλὰ τότε ἡ φελούκα ἔγειρε μονόπλευρα, καὶ παρ᾿ ὀλίγον ἀνετρέπετο. Ἐννοήσασα τὸν κίνδυνον ἡ Πολύμνια, καὶ μὴ ἐπιθυμοῦσα νὰ κάμῃ ἀκούσιον λουτρὸν μέσα εἰς τὰ λιμναῖα χόρτα, ἀνεκάθισε ταχεῖα παρὰ τὴν πρύμνην, καὶ πάλιν ὑπεγερθεῖσα ὕψωσε τὸ λευκὸν μανδήλιόν της πρὸς τοὺς δύο συμπότας τῆς μικρᾶς καλύβης καὶ συγχρόνως ἤρχισε νὰ φωνάζῃ:
―Ἔ! μπαρμπα-Λούκα!
Ἀλλ᾿ ἕως νὰ πάρῃ εἴδησιν ὁ Λούκας καὶ ἀποφασίσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν (ὅπερ ἄλλως θὰ ἦτο δύσκολον, διότι τὸ ἔδαφος τοῦ πυθμένος ἦτο πανταχοῦ σχεδὸν βαλτῶδες καὶ πᾶς ὁ ἐπιβαίνων εἰς τὸ ὕδωρ θὰ ἐχώνετο μέχρι τοῦ γόνατος εἰς ἰλύν· τὸ ἀβαθὲς δὲ τοῦ ὕδατος δὲν ἐπέτρεπε νὰ κολυμβήσῃ μέγα σῶμα, οἷον τὸ ἰδικόν του), θὰ ἐνύκτωνε χωρὶς νὰ κατορθωθῇ τίποτε. Ἀλλ᾿ ὁ Χριστοδουλὴς εὐτυχῶς, ὁ παιδικὸς φίλος σου, ἦτο πολὺ σιμότερα εἰς τὴν φελούκαν, ἀπὸ ἐκεῖ ὁποὺ ἦτο χωμένος, μέσα εἰς τοὺς καλαμῶνας. Χωρὶς νὰ διστάσῃ, μὲ τὸ ὑποκάμισον καὶ τὴν περισκελίδα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν πάντοτε ὅλην τὴν ἐνδυμασίαν του, ἐκπηδήσας ἀπὸ τὸν καλαμῶνα, ἀπροσδοκήτως, θαυμασίως, ὡς τελευταῖον ἀπομεινάριον ἀρχαίας θεότητος, λιμναίας καὶ ὑδροβίου, ἄγνωστον καὶ νοθογενές, λησμονημένον ἀπὸ δεκαεννέα αἰώνων, διαιτώμενον ἐκεῖ εἰς τοὺς καλαμῶνας, διαφυγὸν τὴν προσοχὴν τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἐρρίφθη κολυμβῶν εἰς τὴν λίμνην. Καὶ μὲ δέκα εἰρεσίας τῶν χειρῶν, μὲ ἄλλα τόσα λακτίσματα τῶν ποδῶν, μὲ τὴν κοιλίαν θίγουσαν κάποτε εἰς τοὺς βάλτους, ἔφθασεν εἰς τὸ μέρος, ὅπου εἶχεν ἐμπλακῆ ἡ βάρκα, ἀνεπήδησε στιβαρῶς ἐπὶ τὴν δεξιὰν πλευράν, ἔδραξε τὴν πρῷραν τῆς σκάφης, καὶ μὲ ἀπίστευτον διὰ τὴν ἡλικίαν του ρώμην, τὴν ἀνεσήκωσε καὶ τὴν ἀπήλλαξεν ἀπὸ τοῦ ἐμποδίου τῶν ὑψηλῶν χόρτων. Εἶτα ἐξέμπλεξε καὶ τὸ κοντάρι ἀπὸ τὸ μέρος ὅπου εἶχεν ἐμπλακῆ, καὶ εἶπεν εἰς τὸν Νῖκον:
― Νά, πῶς ν᾿ ἀβαράρῃς!
Καὶ τοῦ ἔδειξεν ἐμπράκτως τὸν τρόπον, ρίψας αὐτῷ τὸ κοντάριον.
Εἶτα ὤθησε τὴν φελούκαν ἀπὸ τῆς πρύμνης, ἀπομακρύνας αὐτὴν τῶν λιμναίων χόρτων, ὡς καὶ τῶν ρηχῶν, ἐνῷ ἡ Πολύμνια τὸν ἐκοίταζε μειδιῶσα καὶ ἄκουσα τὸν ἐθαύμαζεν, ὑποψιθυρίζουσα:
― Τί παράξενο παιδί!
Καὶ τοὺς κατευώδωσε πρὸς τὸ μέρος τῆς καλύβης, ὅπου οἱ δύο συμπόται εἶχαν σηκωθῆ ἔκπληκτοι, μὴ ἐννοοῦντες τί συνέβαινε, καὶ ὁ Λούκας φανταζόμενος τὴν λίμνην ὡς θάλασσαν, ἔλεγε:
― Κανένα δελφίνι θὰ ἔπεσε κοντὰ στὴ βάρκα.
― Φθάνει νὰ μὴν εἶναι κανένα σκυλόψαρο, καὶ σοῦ ἀφανίσῃ τὰ κεφαλόπ᾿λα, καρδάσ᾿, εἶπεν ὁ Παρρήσης.
* * *
Ὁ Χριστοδουλὴς ἐπέστρεψεν εἰς τὸν καλαμῶνά του, ὅπου, ὁ μπαρμπα-Κωνσταντής, αἰωνία ἡ μνήμη του, ὁ Μιτζέλος, ἀπὸ τοῦ λευκοῦ του οἰκίσκου, τοῦ γειτονεύοντος μὲ τὸν καλαμῶνα, εἶχεν ἰδεῖ τὸ συμβεβηκός, καὶ καλέσας τὸν νέον, ὅστις γυμνωθεὶς προσεπάθει νὰ στεγνώσῃ τὰ ἐνδύματά του ἐπὶ βράχου καίοντος ἀκόμη ἀπὸ τὸ καῦμα τοῦ ἄρτι δύσαντος ἡλίου, τοῦ ἔδωκεν αὐτὸς ἐνδύματα νὰ φορέσῃ. Καὶ ὁ μπαρμπα-Γιωργός, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Κοψιδάκης, ὅστις εὑρίσκετο ἐκεῖ πλησίον μὲ τὰς ὀλίγας ἀμνάδας του, τοῦ ἔδωκε «μίαν εὐχὴ» καὶ τοῦ εἶπεν ὅτι θὰ ἔχῃ «μεγάλον μισθόν», χωρὶς νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι αὐτὸς ἦτο νοθογενὲς ἀποτόκιον λησμονημένης θεότητος. Καὶ ὁ Λούκας, μαθὼν ἐκ στόματος τῆς Πολυμνίας τὸ μικρὸν συμβεβηκός, κρατῶν εἰς χεῖρας τὴν φλάσκαν, μὲ τὰς ἀπομεινάσας ὀλίγας σταγόνας μοσχάτου, ἔκραζεν ἀπὸ τῆς ἀντιπέραν ὄχθης:
― Στὴν ὑγειά σ᾿, Κ᾿στοδουλή!
* * *
Πρὸς τί νὰ χάνῃ τις τὴν φιλίαν τῶν φίλων του; Μὴ τυχὸν ἡ Πολύμνια ἦτο διὰ σὲ ἢ δι᾿ ἐκεῖνον; Παιδίον! Αὐτὴ ἦτο μεγαλυτέρα τὴν ἡλικίαν καὶ τῶν δύο σας. Ἀλλὰ πῶς δύναταί τις νὰ γίνῃ ἀνὴρ χωρὶς ν᾿ ἀγαπήσῃ δεκάκις τοὐλάχιστον καὶ δεκάκις ν᾿ ἀπατηθῇ;
Τώρα ἡ Πολύμνια ἀπέθανεν ἢ ὑπανδρεύθη; Ἀγνοῶ, ἴσως καὶ σὺ ἐπίσης. Καὶ ὁ Χριστοδουλής; Ἔγινεν ναυτικὸς περίφημος, ἀλλ᾿ ἀπὸ ἐτῶν δὲν ἤκουσές τι περὶ αὐτοῦ. Ἴσως νὰ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀμερικὴν καθὼς τόσοι ἄλλοι. Καὶ σύ; Φιλοσοφεῖς, ὡς ἐγώ, καὶ οὐδὲν πράττεις.
(1892)
Read more » Διαβάστε Περισσότερα